Νέα μελέτη για τα αντισυλληπτικά: Ποιες μέθοδοι συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο όγκου στον εγκέφαλο

Κοινοποίηση:
antisiliptika08575

Νέα στοιχεία για τη μακροχρόνια ασφάλεια της ορμονικής αντισύλληψης φέρνει μεγάλη επιστημονική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο JAMA Network Open, σύμφωνα με την οποία ορισμένες μορφές αντισυλληπτικών συνδέονται με μια μικρή αύξηση του κινδύνου εμφάνισης μηνιγγιώματος, του συχνότερου πρωτοπαθούς όγκου του εγκεφάλου στους ενήλικες.

Οι ερευνητές επισημαίνουν, ωστόσο, ότι ο απόλυτος κίνδυνος παραμένει χαμηλός για τις περισσότερες γυναίκες, ενώ η πιθανότητα εμφάνισης του όγκου μειώνεται σταδιακά μετά τη διακοπή της ορμονικής αντισύλληψης.

Τι είναι το μηνιγγίωμα

Το μηνιγγίωμα αποτελεί τον πιο συχνό πρωτοπαθή όγκο του κεντρικού νευρικού συστήματος, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 38% έως 42% των σχετικών διαγνώσεων. Σχεδόν το 90% των περιπτώσεων αφορά καλοήθεις όγκους, οι οποίοι όμως, ανάλογα με το σημείο όπου αναπτύσσονται και το μέγεθός τους, μπορούν να προκαλέσουν πονοκεφάλους, επιληπτικές κρίσεις, προβλήματα μνήμης, διαταραχές συγκέντρωσης και άλλα νευρολογικά συμπτώματα. Σε αρκετές περιπτώσεις απαιτείται χειρουργική επέμβαση ή ακτινοθεραπεία.

Η πιθανή σύνδεση των μηνιγγιωμάτων με τις γυναικείες ορμόνες απασχολεί εδώ και χρόνια την επιστημονική κοινότητα. Οι όγκοι αυτοί εμφανίζονται σχεδόν δύο φορές συχνότερα στις γυναίκες, ενώ οι περισσότεροι διαθέτουν υποδοχείς προγεστερόνης, γεγονός που υποδηλώνει ότι ενδέχεται να επηρεάζονται από ορμονικούς παράγοντες. Επιπλέον, έχει παρατηρηθεί ότι ορισμένα μηνιγγιώματα αυξάνονται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή κατά τη χορήγηση προγεσταγόνων και μειώνονται μετά τον τοκετό ή τη διακοπή της θεραπείας.

Πώς πραγματοποιήθηκε η έρευνα

Η μελέτη βασίστηκε στα εθνικά μητρώα υγείας της Δανίας και ανέλυσε δεδομένα περίπου τριών εκατομμυρίων γυναικών σε χρονικό διάστημα 25 ετών. Οι επιστήμονες συνέκριναν 1.473 γυναίκες που διαγνώστηκαν με μηνιγγίωμα με 14.717 γυναίκες χωρίς τη νόσο, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως η ηλικία, ο τόπος γέννησης και η οικογενειακή κατάσταση, ώστε να περιορίσουν την επίδραση άλλων πιθανών αιτίων.

Ποιες μορφές αντισύλληψης συνδέθηκαν με αυξημένο κίνδυνο

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, η μεγαλύτερη αύξηση του κινδύνου καταγράφηκε στις γυναίκες που χρησιμοποιούσαν ενέσιμη οξική μεδροξυπρογεστερόνη.

Παράλληλα, αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης μηνιγγιώματος παρατηρήθηκε και σε χρήστριες:

  • συνδυασμένων αντισυλληπτικών χαπιών που περιέχουν οιστρογόνο και προγεσταγόνο,
  • ενδομήτριων σπειραμάτων υψηλής δόσης λεβονοργεστρέλης (52 mg), ιδιαίτερα μετά από χρήση μεγαλύτερη του ενός έτους,
  • αντισυλληπτικών που περιέχουν μόνο προγεσταγόνο με δραστική ουσία τη δεσογεστρέλη.

Αντίθετα, τα ενδομήτρια σπειράματα χαμηλότερης δόσης λεβονοργεστρέλης δεν φάνηκε να σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο.

Ο κίνδυνος μειώνεται μετά τη διακοπή

Ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα της μελέτης είναι ότι η αύξηση του κινδύνου δεν φαίνεται να είναι μόνιμη. Η πιθανότητα εμφάνισης μηνιγγιώματος ήταν μεγαλύτερη κατά τη διάρκεια της χρήσης ορμονικής αντισύλληψης ή μέσα στον πρώτο χρόνο μετά τη διακοπή της.

Στη συνέχεια, όσο περνούσε ο χρόνος, ο κίνδυνος υποχωρούσε σταδιακά και στις περισσότερες περιπτώσεις επέστρεφε στα επίπεδα του γενικού πληθυσμού περίπου πέντε χρόνια μετά τη διακοπή της θεραπείας. Εξαίρεση αποτέλεσαν ορισμένες γυναίκες που είχαν χρησιμοποιήσει σκευάσματα με δεσογεστρέλη, για τις οποίες τα διαθέσιμα δεδομένα ήταν λιγότερο ξεκάθαρα.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης μια μικρή αύξηση του κινδύνου σε γυναίκες που είχαν κυοφορήσει τον τελευταίο χρόνο, εύρημα που πιθανότατα συνδέεται με τις φυσιολογικές ορμονικές μεταβολές της εγκυμοσύνης.

Τι σημαίνουν τα ευρήματα

Οι επιστήμονες τονίζουν ότι τα αποτελέσματα δεν αποτελούν λόγο διακοπής της αντισύλληψης χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με γιατρό. Αν και η συσχέτιση είναι στατιστικά σημαντική, το μηνιγγίωμα παραμένει μια σχετικά σπάνια διάγνωση και ο συνολικός κίνδυνος για κάθε γυναίκα εξακολουθεί να είναι μικρός.

Όπως επισημαίνουν οι συγγραφείς της μελέτης, τα νέα δεδομένα μπορούν να συμβάλουν στη λήψη πιο εξατομικευμένων αποφάσεων, ώστε η επιλογή της κατάλληλης αντισυλληπτικής μεθόδου να γίνεται μετά από αξιολόγηση τόσο των οφελών όσο και των πιθανών κινδύνων, με βάση το ιατρικό ιστορικό κάθε γυναίκας.

ΚΟΙΝΟΠΟΗΣΗ: