Η Μαρίν Λεπέν πέτυχε μια περιορισμένη νομική νίκη, η οποία, αν και την αφήνει πολιτικά και προσωπικά πληγωμένη, ενισχύει την εικόνα της ως της απόλυτης επιζήσασας της γαλλικής πολιτικής σκηνής. Το τριμελές δικαστήριο διατήρησε την καταδίκη της για υπεξαίρεση, αλλά μείωσε την πενταετή απαγόρευση συμμετοχής της σε εκλογές, επιβάλλοντάς της παράλληλα ποινή ενός έτους κατ’ οίκον περιορισμού, μια απόφαση την οποία η ίδια σκοπεύει να προσβάλει με έφεση. Παρά τη δικαστική αυτή περιπέτεια, η Λεπέν ξεκαθάρισε αμέσως ότι θα είναι κανονικά υποψήφια για τις προεδρικές εκλογές του επόμενου έτους, παρουσιάζοντας στο τηλεοπτικό δίκτυο TF1 ένα κοινό «νικηφόρο δίδυμο» με τον 30χρονο προστατευόμενό της, Ζορντάν Μπαρντελά, ο οποίος θα διεκδικήσει τη θέση του πρωθυπουργού σε περίπτωση επικράτησης.
Αυτή θα είναι η τέταρτη φορά που η Λεπέν τίθεται επικεφαλής της γαλλικής Ακροδεξιάς με στόχο το Μέγαρο των Ηλυσίων, ένα από τα ισχυρότερα αξιώματα παγκοσμίως. Παρά το γεγονός ότι οι δημοσκοπήσεις πριν από την απόφαση την έδειχναν να περνά στον δεύτερο γύρο αλλά να δυσκολεύεται απέναντι σε έναν κεντρώο υποψήφιο, η πολιτική της «ανάσταση» δεν αποτελεί έκπληξη για τους αντιπάλους της. Τόσο στελέχη της Κεντροδεξιάς όσο και ο ηγέτης της ριζοσπαστικής Αριστεράς, Ζαν-Λικ Μελανσόν, αναγνωρίζουν την ευφυΐα της και το γεγονός ότι έχει εξελιχθεί σε μια πιο καθησυχαστική προσωπικότητα με διευρυμένη απήχηση, ιδιαίτερα μετά το 2022, όταν συγκέντρωσε το 41% των ψήφων απέναντι στον Μακρόν. Ενώ οι υποστηρικτές της θεωρούν ότι η δικαστική δίωξη έχει πολιτικά κίνητρα και θα τη συσπειρώσει, οι πολιτικοί της αντίπαλοι, όπως ο ηγέτης του Κομμουνιστικού Κόμματος Φαμπιέν Ρουσέλ, υποστηρίζουν ότι μια τέτοια καταδίκη θα έπρεπε να την αποκλείει αυτόματα από τις εκλογές.
Η επιστροφή της Λεπέν στο τιμόνι ξεκαθαρίζει προσωρινά τους ρόλους εντός του Εθνικού Συναγερμού, βάζοντας στον πάγο το «σχέδιο Μπαρντελά» που είχε αρχίσει να συζητείται έντονα σε περίπτωση αποκλεισμού της. Ωστόσο, η συνύπαρξη των δύο φέρνει στο προσκήνιο εσωτερικές πολιτικές διαφωνίες. Ο Μπαρντελά, ο οποίος κατέγραφε υψηλότερη δημοτικότητα, έχει επιλέξει μια στρατηγική προσέγγισης των συντηρητικών και των επιχειρήσεων, επιχειρώντας να αμβλύνει τις θέσεις του κόμματος σε ζητήματα όπως το συνταξιοδοτικό και η φορολόγηση των υπερκερδών των ενεργειακών εταιρειών. Αντίθετα, η Μαρίν Λεπέν παραμένει σταθερά προσηλωμένη στις θέσεις της για ένα ισχυρό, παρεμβατικό κράτος, διατηρώντας έναν συμπαγή πυρήνα υποστηρικτών και αρνούμενη να αλλάξει τη στρατηγική της, γεγονός που αναδεικνύει τις διαφορετικές ιδεολογικές αποχρώσεις των δύο ηγετικών στελεχών.





