Την Τρίτη 10 Φεβρουαρίου αναμένεται να απολογηθεί ενώπιον στρατιωτικού εισαγγελέα ο σμήναρχος της Πολεμικής Αεροπορίας που κατηγορείται για κατασκοπεία υπέρ της Κίνας και βρίσκεται ήδη υπό κράτηση.
Ο αξιωματικός οδηγήθηκε την Παρασκευή το πρωί στην προϊσταμένη της Εισαγγελίας του Αεροδικείου, όπου ζήτησε και έλαβε προθεσμία προκειμένου να μελετήσει το υλικό της δικογραφίας και να προετοιμάσει την υπερασπιστική του γραμμή.
Σύμφωνα με πληροφορίες που μεταδόθηκαν από το Mega, ο κατηγορούμενος φέρεται να προτίθεται να παραδεχθεί μέρος των ενεργειών που του αποδίδονται, χωρίς όμως να αποδεχθεί το σύνολο των κατηγοριών. Όπως αναφέρεται, εμφανίζεται διατεθειμένος να αναγνωρίσει μόνο πράξεις που δεν εμπίπτουν σε κακουργηματικό επίπεδο.
Εφόσον αποφασιστεί η προφυλάκισή του, αναμένεται να μεταφερθεί στις στρατιωτικές φυλακές Κορίνθου, όπου κρατούνται στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων.
Με βάση τα μέχρι στιγμής δεδομένα της έρευνας, ο σμήναρχος φέρεται να έχει αναφέρει πρόσωπα που τον προσέγγισαν και τον στρατολόγησαν, υποστηρίζοντας ότι βασικό κίνητρο για τις ενέργειές του ήταν οικονομικό όφελος. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, κατηγορείται ότι φωτογράφιζε επίσημα έγγραφα και διοχέτευε ευαίσθητες πληροφορίες μέσω κρυπτογραφημένων εφαρμογών, περιγράφοντας μάλιστα αναλυτικά τον τρόπο λειτουργίας του δικτύου επικοινωνίας με τους διαχειριστές του.
Σε βάρος του έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για το κακούργημα της συλλογής και διαβίβασης στρατιωτικών μυστικών πληροφοριών σε τρίτους, αδίκημα που τιμωρείται με ιδιαίτερα αυστηρές ποινές. Παράλληλα, οι αρμόδιες Αρχές συνεχίζουν τις έρευνες προκειμένου να διαπιστωθεί το εύρος της διαρροής πληροφοριών αλλά και η πιθανή εμπλοκή άλλων προσώπων. Η συγκεκριμένη υπόθεση χαρακτηρίζεται ήδη ως μία από τις πιο σοβαρές υποθέσεις κατασκοπείας των τελευταίων ετών.
Ο 54χρονος αξιωματικός είχε αναλάβει τον Ιούλιο του 2025 τη διοίκηση της 128 Σμηναρχίας Εκπαίδευσης Τηλεπικοινωνιών και Ηλεκτρονικών στο Καβούρι Αττικής. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους ξεκίνησε η παρακολούθησή του από ξένες μυστικές υπηρεσίες, μετά από πληροφορίες που έφτασαν στην CIA και ανέφεραν ότι η Κίνα είχε αποκτήσει πρόσβαση σε απόρρητα νατοϊκά αρχεία, τα οποία περιλάμβαναν στοιχεία που σχετίζονταν και με την Ελλάδα.
Η CIA ενημέρωσε άμεσα την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, η οποία, σε συνεργασία με ελληνικές και διεθνείς υπηρεσίες ασφαλείας, προχώρησε σε έρευνα για τον εντοπισμό αξιωματικών που είχαν πρόσβαση στον συγκεκριμένο απόρρητο νατοϊκό ιστότοπο. Ο σμήναρχος συγκαταλεγόταν μεταξύ των ελάχιστων στελεχών που είχαν τέτοια δυνατότητα, ενώ, σύμφωνα με τα στοιχεία, συνδεόταν στον ιστότοπο με ιδιαίτερα συχνό τρόπο, παρακολουθώντας σχέδια στρατιωτικών ασκήσεων, επικοινωνιακές στρατηγικές και τεχνολογικά προγράμματα υπό ανάπτυξη.
Από τον Οκτώβριο του 2025, η ΕΥΠ είχε θέσει τον αξιωματικό υπό διακριτική παρακολούθηση, έχοντας εντοπίσει ύποπτες δραστηριότητες και επαφές. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της δικογραφίας, ο κατηγορούμενος φέρεται να παρείχε, έναντι χρηματικής αμοιβής, πληροφορίες στην κινεζική πλευρά σχετικά με τηλεπικοινωνιακά συστήματα, ψηφιακές εφαρμογές και οργανωτικές δομές των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, καθώς και απόρρητα δεδομένα του ΝΑΤΟ.
Η έρευνα αποκάλυψε ότι ο σμήναρχος διακινούσε ηλεκτρονικά μεγάλα αρχεία, ενώ καθοριστικό ρόλο στην αποκάλυψη της υπόθεσης έπαιξαν τα ψηφιακά ίχνη που άφηνε το κρυπτογραφημένο λογισμικό που χρησιμοποιούσε για την αποστολή πληροφοριών στο εξωτερικό. Τα ίχνη αυτά συνδέθηκαν άμεσα με το υπηρεσιακό του γραφείο.
Οι Αρχές εκτιμούν ότι η στρατολόγησή του ξεκίνησε περίπου πριν από δύο χρόνια, με την πρώτη επαφή να γίνεται μέσω διαδικτυακής εφαρμογής ανταλλαγής μηνυμάτων. Επιπλέον, πληροφορίες αναφέρουν ότι τους τελευταίους μήνες είχε πραγματοποιήσει ταξίδι στην Κίνα, γεγονός που εξετάζεται στο πλαίσιο της ευρύτερης έρευνας για τη δράση του και το πιθανό δίκτυο επαφών του.






