Η κατάσταση στη νεκρή ζώνη της Κύπρου παραμένει εύθραυστη, με τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ να εκφράζει σοβαρές ανησυχίες για τη στρατιωτική δραστηριότητα κατά μήκος των γραμμών κατάπαυσης του πυρός, την κατάσταση στην περιοχή της Πύλας, τα Βαρώσια, τη μη εξουσιοδοτημένη πολιτική δραστηριότητα, αλλά και τις απειλές κατά του προσωπικού της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ.
Στην έκθεσή του για την UNFICYP, ο Αντόνιο Γκουτέρες αναφέρεται αρχικά θετικά στην πρόσφατη κινητικότητα των ηγετών των δύο κοινοτήτων, σημειώνοντας ότι η τακτική επικοινωνία και οι συναντήσεις τους αποτελούν ενθαρρυντικό στοιχείο για την πολιτική διαδικασία. Ωστόσο, εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι δεν έχει υπάρξει πρόοδος στις επανειλημμένες εκκλήσεις του προς τις πλευρές να προχωρήσουν σε αποκλιμάκωση της στρατιωτικής δραστηριότητας και να ανατρέψουν ενέργειες που επηρεάζουν το καθεστώς της νεκρής ζώνης.
Ο Γενικός Γραμματέας καλεί τις δύο πλευρές να σταματήσουν τις παραβιάσεις που αφορούν στρατιωτικές κατασκευές, επισημαίνοντας ότι τέτοιες ενέργειες οδηγούν στην ουσιαστική μεταβολή του στρατιωτικού στάτους κβο στη νεκρή ζώνη. Παράλληλα, χαρακτηρίζει ιδιαίτερα ανησυχητική την προσπάθεια απόκρυψης στρατιωτικών θέσεων μέσα σε πολιτικές υποδομές, καθώς, όπως σημειώνει, δημιουργείται σύγχυση μεταξύ στρατιωτικών και πολιτικών εγκαταστάσεων.
Ο κ. Γκουτέρες υπογραμμίζει ότι οι προσπάθειες προώθησης στρατιωτικών θέσεων ή αλλαγής των δεδομένων στο έδαφος δεν μπορούν να δικαιολογηθούν με την επίκληση της στρατιωτικής ανισορροπίας στο νησί. Παράλληλα, επαναλαμβάνει την έκκληση του ΟΗΕ για δημιουργία μηχανισμών άμεσης στρατιωτικής επικοινωνίας μεταξύ των πλευρών, ενώ τις καλεί να αξιοποιήσουν τον ρόλο της UNFICYP ως διαμεσολαβητή για την ενίσχυση του διαλόγου.
Αναφερόμενος στη συνεργασία μεταξύ των δύο κοινοτήτων, ο Γενικός Γραμματέας σημειώνει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν εμπόδια που συνδέονται με το καθεστώς του βόρειου τμήματος της Κύπρου και τις ανησυχίες σχετικά με ζητήματα αναγνώρισης. Ωστόσο, ξεκαθαρίζει ότι η πολιτική των Ηνωμένων Εθνών παραμένει αμετάβλητη και ότι οι ανησυχίες αυτές δεν θα πρέπει να αποτελούν λόγο για την παρεμπόδιση δράσεων που ενισχύουν τη συνεργασία μεταξύ των κοινοτήτων.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην περιοχή της Πύλας, όπου η έκθεση χαρακτηρίζει την κατάσταση «βαθιά ανησυχητική». Ο Γενικός Γραμματέας επαναλαμβάνει ότι όλες οι πλευρές οφείλουν να σέβονται την οριοθέτηση της νεκρής ζώνης από τα Ηνωμένα Έθνη, η οποία αποτελεί τη μοναδική οριοθέτηση που αναγνωρίζει το Συμβούλιο Ασφαλείας.
Παρότι η UNFICYP διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στην αποκλιμάκωση των εντάσεων και στη διατήρηση της ακεραιότητας της νεκρής ζώνης, ο Γενικός Γραμματέας επισημαίνει ότι η δυνατότητά της να περιορίζει μη εξουσιοδοτημένες δραστηριότητες είναι περιορισμένη χωρίς τη συνεργασία των πλευρών. Τονίζει ότι οι δύο πλευρές έχουν την ευθύνη να σέβονται την εξουσία που έχει ανατεθεί από τον ΟΗΕ στην ειρηνευτική δύναμη.
Η έκθεση αναφέρεται επίσης στα Βαρώσια, εκφράζοντας ανησυχία για την κατάσταση στην περίκλειστη περιοχή και για την έλλειψη ανταπόκρισης στις εκκλήσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας για αναστροφή των ενεργειών που ξεκίνησαν μετά την ανακοίνωση της μερικής επαναλειτουργίας της πόλης το 2020. Ο Γενικός Γραμματέας υπενθυμίζει τα σχετικά ψηφίσματα 550 και 789 του Συμβουλίου Ασφαλείας και σημειώνει ότι η θέση των Ηνωμένων Εθνών παραμένει σταθερή.
Παράλληλα, καταδικάζει τους περιορισμούς που επιβάλλονται στην ελευθερία κινήσεων της UNFICYP στα Βαρώσια, στα Στροβίλια και σε άλλες περιοχές, επισημαίνοντας ότι η εντολή της αποστολής αφορά ολόκληρο το νησί και όχι μόνο τη νεκρή ζώνη.
Σημαντικό μέρος της έκθεσης αφιερώνεται και στη Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοούμενους στην Κύπρο, η οποία συνεχίζει το έργο της για τον εντοπισμό, την ταυτοποίηση και την επιστροφή των λειψάνων ανθρώπων που αγνοούνται από τις περιόδους των διακοινοτικών συγκρούσεων του 1963-64 και του 1974. Κατά την περίοδο αναφοράς, ομάδες Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων επιστημόνων πραγματοποίησαν εκταφές σε ολόκληρο το νησί και ταυτοποίησαν επτά αγνοούμενους.
Από την έναρξη των εργασιών της το 2006, η Επιτροπή έχει εκταφιάσει ή παραλάβει τα λείψανα 1.718 ανθρώπων, ενώ από τους 2.002 καταγεγραμμένους αγνοούμενους έχουν ταυτοποιηθεί επίσημα 1.076. Ο ΟΗΕ αναγνωρίζει τη σημαντική συμβολή της Επιτροπής και σημειώνει ότι το έργο της αποτελεί παράδειγμα συνεργασίας μεταξύ των δύο κοινοτήτων.
Η έκθεση αναφέρεται ακόμη στη διαχείριση της τάξης και των πολιτικών δραστηριοτήτων στη νεκρή ζώνη. Η UNFICYP συνέχισε να επιβλέπει εξουσιοδοτημένες δραστηριότητες και να αποτρέπει μη εγκεκριμένες ενέργειες που θα μπορούσαν να προκαλέσουν εντάσεις. Παράλληλα, ενίσχυσε την επαφή της με τοπικούς φορείς και αγρότες, πραγματοποιώντας περισσότερες συναντήσεις ενημέρωσης και συνεργασίας.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις γεωργικές δραστηριότητες στην Αυλώνα, οι οποίες εξακολουθούν να αποτελούν σημείο τριβής, καθώς έχουν σημειωθεί περιστατικά όπου στρατιωτικές δυνάμεις εισήλθαν στη νεκρή ζώνη με αφορμή διαφωνίες για καλλιεργούμενες εκτάσεις. Η UNFICYP έχει καταρτίσει σχέδιο δράσης για την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης και των παρεξηγήσεων που σχετίζονται με τη χρήση γης στη νεκρή ζώνη.
Σοβαρό ζήτημα παραμένει και το παράνομο κυνήγι, καθώς η έκθεση καταγράφει περιστατικά όπου πυροβολισμοί σημειώθηκαν κοντά σε προσωπικό και εγκαταστάσεις του ΟΗΕ. Σε μία περίπτωση, τρία άτομα φέρεται να επέδειξαν εκφοβιστική συμπεριφορά και να πυροβόλησαν πάνω από ειρηνευτές, γεγονός που χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα σοβαρό.
Σε στρατιωτικό επίπεδο, η UNFICYP κατέγραψε μέχρι το τέλος Μαΐου 166 παραβιάσεις, εκ των οποίων 46 αποδόθηκαν στην Εθνική Φρουρά και 120 στις Τουρκικές Δυνάμεις. Οι περισσότερες αφορούσαν στρατιωτικές κατασκευές, ενισχύσεις θέσεων και προωθήσεις δυνάμεων.
Ο Γενικός Γραμματέας εκφράζει επίσης ανησυχία για τη συνεχιζόμενη εγκατάσταση συστημάτων στρατιωτικού τύπου επιτήρησης κατά μήκος της νεκρής ζώνης, σημειώνοντας ότι η εξέλιξη αυτή συμβάλλει στη μακροπρόθεσμη στρατιωτικοποίηση της περιοχής και μπορεί να έχει αποσταθεροποιητικές συνέπειες.
Η έκθεση σημειώνει ότι δεν υπήρξε πρόοδος στην εφαρμογή των μέτρων αποκλιμάκωσης που έχουν ζητηθεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας, ενώ υπογραμμίζει ότι οι εγκαταστάσεις μέσα στη νεκρή ζώνη υπονομεύουν τον ουδέτερο χαρακτήρα της.
Στα Βαρώσια, η UNFICYP παρατήρησε συνέχιση έργων ανακαίνισης, οδικών παρεμβάσεων, εγκατάσταση συστημάτων παρακολούθησης και άλλες δραστηριότητες, οι οποίες, σύμφωνα με την έκθεση, δεν συνάδουν με τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Ο Γενικός Γραμματέας αναφέρεται επίσης στις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η ίδια η ειρηνευτική δύναμη λόγω περιορισμένων πόρων, οι οποίοι έχουν οδηγήσει σε περικοπές, αναβολές προμηθειών και περιορισμούς στη χρήση αεροπορικών μέσων. Επισημαίνει ότι τα ελικόπτερα παραμένουν κρίσιμο εργαλείο για την επιτήρηση και την έγκαιρη ανίχνευση παραβιάσεων.
Κλείνοντας, ο Αντόνιο Γκουτέρες υπογραμμίζει τη σημασία της συνέχισης της στήριξης της UNFICYP από τα όργανα των Ηνωμένων Εθνών, ώστε η αποστολή να διαθέτει επαρκείς και σταθερούς πόρους. Παράλληλα, εκφράζει την εκτίμησή του προς το προσωπικό της ειρηνευτικής δύναμης για τη συνεχή προσπάθειά του να διατηρήσει την ειρήνη και τη σταθερότητα στην Κύπρο.





