Ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι θα μειώσει τον ομοσπονδιακό φόρο στη βενζίνη, που σήμερα ανέρχεται σε 18 σεντ ανά γαλόνι, σε μια προσπάθεια να ανακουφίσει τους Αμερικανούς οδηγούς από τις αυξήσεις που προκαλεί ο πόλεμος με το Ιράν.
Η απόφαση, που χρειάζεται έγκριση από το Κογκρέσο, έρχεται τη στιγμή που η μέση τιμή της βενζίνης στις ΗΠΑ έχει φτάσει τα 4,52 δολάρια το γαλόνι, το υψηλότερο επίπεδο από το 2022. Ο Τραμπ δήλωσε ότι η μείωση θα ισχύσει “όσο χρειάζεται”, χωρίς να προσδιορίσει χρονικό όριο.
Ο φόρος αυτός χρηματοδοτεί τα ομοσπονδιακά έργα οδοποιίας, αποδίδοντας περίπου 2,5 δισ. δολάρια τον μήνα. Από το 2008, περισσότερα από 275 δισ. δολάρια έχουν μεταφερθεί από τον γενικό κρατικό προϋπολογισμό για να καλύψουν τις ανάγκες συντήρησης των δρόμων. Αν ο φόρος ανασταλεί, θα χρειαστεί να βρεθούν άλλες πηγές χρηματοδότησης για τις υποδομές.
Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Τζος Χόουλι ανακοίνωσε ότι θα καταθέσει νομοσχέδιο για την προσωρινή αναστολή του φόρου, ενώ αρκετές πολιτείες, όπως η Ιντιάνα, το Κεντάκι και η Τζόρτζια, έχουν ήδη μειώσει τους δικούς τους φόρους στα καύσιμα για να δώσουν ανάσα στους καταναλωτές.
Η αύξηση των τιμών στα καύσιμα δεν πλήττει μόνο τους οδηγούς αλλά και τις αεροπορικές εταιρείες, που βλέπουν το κόστος των καυσίμων να εκτοξεύεται. Ο Τραμπ είπε ότι δεν έχει παρουσιαστεί ακόμη σχέδιο διάσωσης για τον κλάδο, αλλά “οι αεροπορικές δεν τα πάνε άσχημα”.
Η εκτόξευση των τιμών της βενζίνης απειλεί να αυξήσει και το κόστος των τροφίμων και των μεταφορών, κάτι που μπορεί να πλήξει την κυβέρνηση και τους Ρεπουμπλικάνους ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου. Ο ίδιος ο Τραμπ παραδέχθηκε ότι ο φόρος είναι μικρό ποσοστό της τελικής τιμής, “αλλά είναι χρήματα που μετράνε”.
Η κίνηση του Λευκού Οίκου δείχνει ότι η ενεργειακή κρίση που προκάλεσε ο πόλεμος με το Ιράν αρχίζει να πιέζει την αμερικανική οικονομία και την πολιτική σταθερότητα. Για τον μέσο πολίτη, η μείωση του φόρου μπορεί να σημαίνει μερικά σεντ λιγότερα ανά γαλόνι, αλλά για την κυβέρνηση σημαίνει δισεκατομμύρια λιγότερα στα ταμεία — και ένα δύσκολο δίλημμα ανάμεσα στην ανακούφιση των καταναλωτών και τη χρηματοδότηση των υποδομών.






