Καμία χώρα που έχει συνάψει εμπορική συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχει εκφράσει πρόθεση υπαναχώρησης μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου να ακυρώσει μεγάλο μέρος του προηγούμενου δασμολογικού πλαισίου της κυβέρνησης Τραμπ, σύμφωνα με τον Αμερικανό Εμπορικό Αντιπρόσωπο, Τζέιμισον Γκριρ.
Μιλώντας σε αμερικανικά τηλεοπτικά δίκτυα, ο Γκριρ υπογράμμισε ότι βρίσκεται ήδη σε επαφή με Ευρωπαίους και άλλους αξιωματούχους, σημειώνοντας πως οι εταίροι της Ουάσινγκτον τηρούν στάση αναμονής έως ότου αποσαφηνιστεί το νέο νομικό τοπίο. Όπως τόνισε, καμία πλευρά δεν έχει θέσει θέμα ακύρωσης συμφωνιών.
Η εξέλιξη έρχεται μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου που έκρινε ότι το προηγούμενο καθεστώς δασμών, το οποίο στηριζόταν σε νόμο περί οικονομικής έκτακτης ανάγκης, δεν μπορούσε να εφαρμοστεί με τον τρόπο που είχε επιλεγεί. Σε απάντηση, ο πρόεδρος Donald Trump προχώρησε άμεσα στην επιβολή προσωρινού δασμού 10%, τον οποίο μέσα σε λιγότερο από ένα 24ωρο αύξησε στο 15%, που αποτελεί και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο βάσει της σχετικής νομοθεσίας.
Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση δρομολογεί νέες έρευνες με βάση άλλα νομικά εργαλεία, όπως οι διατάξεις περί αθέμιτων εμπορικών πρακτικών και εθνικής ασφάλειας, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο επιβολής πρόσθετων δασμών σε μια σειρά χωρών. Ήδη βρίσκονται σε εξέλιξη διαδικασίες που αφορούν τη Βραζιλία και την Κίνα, ενώ εξετάζονται και ζητήματα όπως οι ψηφιακοί φόροι και οι επιδοτήσεις σε αγροτικά προϊόντα.
Από την πλευρά της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε από την Ουάσινγκτον να τηρήσει απαρέγκλιτα τους όρους της διατλαντικής εμπορικής συμφωνίας που έχει συναφθεί, επισημαίνοντας ότι απαιτείται σαφήνεια ως προς τα επόμενα βήματα των ΗΠΑ. Η συμφωνία προβλέπει δασμό 15% για το μεγαλύτερο μέρος των ευρωπαϊκών προϊόντων που εισάγονται στις ΗΠΑ, με εξαιρέσεις για συγκεκριμένους κλάδους, ενώ περιλαμβάνει και αμοιβαίες δεσμεύσεις για μείωση επιβαρύνσεων.
Ο Γκριρ διαβεβαίωσε ότι η Ουάσινγκτον σκοπεύει να τηρήσει τις δεσμεύσεις της και αναμένει την ίδια στάση από τους εταίρους της, ενώ εκτίμησε ότι οι πρόσφατες εξελίξεις δεν αναμένεται να επηρεάσουν τη συνάντηση του προέδρου Τραμπ με τον Κινέζο ομόλογό του στο τέλος Μαρτίου, η οποία έχει ως στόχο τη διατήρηση της σταθερότητας στις διμερείς σχέσεις και την εφαρμογή των ήδη συμφωνηθέντων.





