Η 7η Ετήσια Συνάντηση της Ομάδας Εργασίας Εκπαίδευσης της FUEN στην Κομοτηνή —ένα συνέδριο που αρχικά είχε παρουσιαστεί ως τετραήμερη και πολυσύνθετη διοργάνωση— περιορίστηκε τελικά σε δύο ημέρες σε κλειστή αίθουσα ξενοδοχείου, με τις προγραμματισμένες επισκέψεις σε σχολεία και συλλόγους να ακυρώνονται και τη μοναδική θεσμική ενημέρωση να παρέχεται από την Περιφερειακή Διεύθυνση Εκπαίδευσης.
Παρά την περιορισμένη έκταση των εργασιών, οι Ευρωπαίοι σύνεδροι ήρθαν για πρώτη φορά αντιμέτωποι με τεκμηριωμένες πληροφορίες για το πλαίσιο της μειονοτικής εκπαίδευσης, γεγονός που προκάλεσε εμφανές αδιέξοδο σε κύκλους που επιχειρούσαν επί χρόνια να ελέγχουν το αφήγημα.
Το πραγματικό βάρος των εξελίξεων, ωστόσο, δεν έπεσε πάνω στη FUEN, αλλά στην παρέμβαση του Πανελληνίου Συλλόγου Πομάκων, η οποία —για πρώτη φορά σε τέτοια διοργάνωση— ανέτρεψε εμπεδωμένες ισορροπίες.
Ο Σύλλογος συμμετείχε με δύο έμπειρα μέλη του, παρά το κλίμα που, όπως καταγγέλλει, είχαν διαμορφώσει εκπρόσωποι οργανώσεων που δεν αναγνωρίζονται από την ελληνική πολιτεία.
Στις τοποθετήσεις τους οι Πομάκοι δεν περιορίστηκαν σε τυπικές παρατηρήσεις· έθεσαν συγκεκριμένα ερωτήματα και ανέδειξαν πραγματικά δεδομένα, τα οποία συχνά απουσιάζουν από τον δημόσιο λόγο περί μειονοτικής εκπαίδευσης.
Σύμφωνα με την τρίγλωσση (!) ανακοίνωση του Συλλόγου, οι ερωτήσεις τους προκάλεσαν εμφανή αμηχανία στους εκπροσώπους της «τουρκικής» γραμμής της μειονότητας, καθώς οι απαντήσεις που δόθηκαν ήταν κυρίως υπεκφυγές ή αντιστροφές ερωτημάτων.
Οι Πομάκοι καταγράφουν ότι όσοι επιχειρούν να παρουσιάσουν το σύνολο των μουσουλμάνων πολιτών ως «Τούρκους» και το εκπαιδευτικό πλαίσιο ως «τουρκικό» βρέθηκαν για πρώτη φορά σε θέση άμυνας απέναντι σε ένα κοινό που άκουγε και
αντιπαρέβαλε στοιχεία.
Ακόμη ουσιαστικότερο είναι το γεγονός ότι ο Σύλλογος Πομάκων ανέδειξε κάτι που παραμένει συστηματικά στο περιθώριο: το δικαίωμά τους να εκπροσωπούνται και να μιλάνε οι ίδιοι για τα ζητήματα που τους αφορούν. Η παρέμβασή τους λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η μειονότητα της Θράκης δεν είναι μονολιθική, δεν εκφράζεται από έναν μόνο πολιτικό ή ιδεολογικό χώρο και —κυρίως— δεν μπορεί να εγκλωβίζεται σε εθνοτικά σχήματα που επιχειρούν να την ομογενοποιήσουν.
Η δημόσια τοποθέτηση του Συλλόγου, σε τρεις γλώσσες, δεν απευθύνθηκε μόνο στο εσωτερικό ακροατήριο. Είχε σαφή στόχο να φτάσει και στα ευρωπαϊκά όργανα, ώστε να ακουστεί μια φωνή που συνήθως παρακάμπτεται.
Η αναφορά σε «fake news», «μισές αλήθειες» και «στημένα γεγονότα» αφορά πρακτικές που εδώ και χρόνια αναπαράγονται σε διεθνή φόρα, συχνά χωρίς αντίλογο από όσους έχουν άμεση εμπειρία του πεδίου.
Από τις περιγραφές του Συλλόγου προκύπτει ότι οι παρεμβάσεις των Πομάκων συνέβαλαν καθοριστικά στο να αλλάξει το κλίμα της συνάντησης και οδήγησαν σε τέσσερις αλλαγές του προγράμματος της FUEN — ένδειξη ότι οι οργανωτικοί μηχανισμοί βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια πραγματικότητα που δεν μπορούσαν πλέον να ελέγξουν.
Η παρέμβασή τους ανέδειξε και κάτι ακόμη: όσο ένα κομμάτι της μειονότητας επιχειρεί να προβάλει ενιαία «τουρκική» ταυτότητα για όλους τους μουσουλμάνους πολίτες, τόσο περισσότερο ενισχύεται η ανάγκη για πολυφωνία, για επίσημη αναγνώριση της διαφορετικότητας και για ανάδειξη των πληθυσμιακών ομάδων που ζουν στη Θράκη με δική τους ιστορική και πολιτισμική διαδρομή.
Το ζήτημα της μειονοτικής εκπαίδευσης δεν αφορά μόνο αριθμούς σχολείων ή νομικούς ορισμούς. Αφορά —και ίσως πρωτίστως— το ποιος μιλά για ποιον και ποιος έχει πραγματική πρόσβαση στα κέντρα διαμόρφωσης της διεθνούς εικόνας.
Η εμφάνιση των Πομάκων σε αυτό το συνέδριο, με σαφή, ψύχραιμο και τεκμηριωμένο λόγο, κατέδειξε ότι η Θράκη δεν είναι πεδίο μονολόγων.
Και ότι όσοι επί χρόνια διαμόρφωναν το αφήγημα χωρίς αντίλογο, θα χρειαστεί πλέον να συνυπάρξουν με μια πραγματικότητα που έχει πολλές φωνές και —επιτέλους— αρχίζει να ακούγεται.






