Μια από τις μεγαλύτερες και πιο ντροπιαστικές απάτες στην ιστορία του παγκόσμιου Τύπου ξεκίνησε όταν το γερμανικό περιοδικό Stern ανακοίνωσε με απόλυτη βεβαιότητα ότι είχε ανακαλύψει 60 άγνωστα προσωπικά ημερολόγια του Αδόλφου Χίτλερ. Το εύρημα παρουσιάστηκε σε μια θριαμβευτική συνέντευξη Τύπου στο Αμβούργο, με τους υπεύθυνους να διαβεβαιώνουν ότι τα χειρόγραφα είχαν εξεταστεί και κριθεί αυθεντικά. Η υπόθεση φάνηκε τόσο πειστική, ώστε το βρετανικό περιοδικό Sunday Times του Ρούπερτ Μέρντοχ έσπευσε να αγοράσει τα δικαιώματα δημοσίευσης έναντι αδρού τιμήματος. Ωστόσο, η παγκόσμια αποκλειστικότητα κατέρρευσε με πάταγο μέσα σε μόλις δύο εβδομάδες, καθώς αποδείχθηκε ότι τα ημερολόγια ήταν εξολοκλήρου πλαστά.
Το περιεχόμενο των υποτιθέμενων ημερολογίων, που κάλυπταν την περίοδο 1932-1945, επιχειρούσε μια προκλητική αναθεώρηση της Ιστορίας, παρουσιάζοντας τον Χίτλερ με εξαιρετικά ευνοϊκό τρόπο. Σύμφωνα με τα κείμενα, ο ναζιστής δικτάτορας εμφανιζόταν να μην υποστηρίζει το Ολοκαύτωμα και να χαρακτηρίζει «υπερβολικά βίαια» τα μέτρα εναντίον των Εβραίων, ενώ δεν υπήρχε καμία αναφορά στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Πολιτικοί επιστήμονες επεσήμαναν αργότερα ότι πρόθεση όλων των εμπλεκομένων, συμπεριλαμβανομένης της δημοσιογραφικής ηγεσίας του Stern, ήταν η σχετικοποίηση των εγκλημάτων του Τρίτου Ράιχ.
Η «χρυσή ευκαιρία» είχε στηθεί όταν ο δημοσιογράφος του Stern, Γκερντ Χάιντεμαν, έπεισε το περιοδικό να καταβάλει 9,3 εκατομμύρια μάρκα σε έναν υποτιθέμενο έμπορο παλαιών αντικειμένων, τον Κόνραντ Φίσερ, υποστηρίζοντας ότι οι τόμοι είχαν διασωθεί από τη συντριβή ενός αεροπλάνου στο τέλος του πολέμου. Στην πραγματικότητα, ο Φίσερ δεν ήταν άλλος από τον Κόνραντ Κούγιαου, έναν διαβόητο πλαστογράφο ναζιστικών κειμηλίων. Αν και ο Κούγιαου είχε φροντίσει να κατασκευάσει και άλλα πλαστά έγγραφα για να ξεγελάσει τους ειδικούς κατά τη σύγκριση του γραφικού χαρακτήρα, η δουλειά του αποδείχθηκε τελικά εξαιρετικά πρόχειρη.
Οι επιστημονικές αναλύσεις αποκάλυψαν ότι το χαρτί, η κόλλα και το μελάνι είχαν κατασκευαστεί μετά το 1945, ενώ στα εξώφυλλα υπήρχαν ίχνη από τσάι που χρησιμοποιήθηκε για την τεχνητή παλαίωση. Επιπλέον, τα κείμενα περιείχαν σύγχρονες εκφράσεις και σοβαρά πραγματολογικά λάθη, ενώ ο πλαστογράφος μπέρδεψε ακόμη και τα γοτθικά γράμματα στο εξώφυλλο, γράφοντας τα αρχικά «FH» αντί για «AH». Παράλληλα, ένας Γερμανός αξιωματικός κατέθεσε ότι ο Χίτλερ δεν κρατούσε ποτέ ημερολόγιο, ενώ μετά την απόπειρα δολοφονίας του το 1944 δεν μπορούσε καν να γράψει.
Μετά την ομολογία του Κούγιαου, ο οποίος παραδέχθηκε ότι βασίστηκε σε ένα βιβλίο με ομιλίες του Χίτλερ προσθέτοντας φανταστικές λεπτομέρειες για την προσωπική του ζωή, η δικαιοσύνη κινήθηκε ταχύτατα. Τόσο ο Κούγιαου όσο και ο Χάιντεμαν καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης άνω των τεσσάρων ετών, ενώ κορυφαία στελέχη των Stern και Sunday Times έχασαν τις θέσεις τους. Βαρύ πλήγμα δέχθηκε και η αξιοπιστία του διακεκριμένου ιστορικού Χιου Τρέβορ-Ρόπερ, ο οποίος είχε πιστοποιήσει τη γνησιότητα των εγγράφων, παραπλανημένος από τον τεράστιο όγκο τους και τις ψευδείς διαβεβαιώσεις του περιοδικού για χημικούς ελέγχους που δεν είχαν γίνει ποτέ. Το παράδοξο τέλος γράφτηκε μετά την αποφυλάκιση του Κούγιαου, ο οποίος εκμεταλλεύτηκε τη διασημότητά του ξεκινώντας μια νέα καριέρα, πουλώντας νόμιμα «γνήσιες πλαστογραφίες» διάσημων έργων τέχνης.






