Η πρόσφατη χυδαία και προκλητική συμπεριφορά του Τούρκου ολιγάρχη Ραχμί Κοτς, ο οποίος κατά τη διάρκεια εγκαινίων νοσοκομείου στη Σμύρνη στις 5 Ιουνίου επέλεξε να διασκεδάσει το ακροατήριό του αναπαράγοντας σεξιστικά και ρατσιστικά στερεότυπα εις βάρος των Κουρδισσών γυναικών, ξεσήκωσε θύελλα δικαιολογημένων αντιδράσεων, αναγκάζοντας ακόμη και την ελεγχόμενη Γενική Εισαγγελία της Σμύρνης να εκκινήσει έρευνα για «δημόσια προσβολή τμήματος του πληθυσμού». Το περιστατικό αυτό δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο «ατυχές αστείο», όπως προσπάθησε εκ των υστέρων και υποκριτικά να το παρουσιάσει ο ίδιος μέσω μιας όψιμης γραπτής συγγνώμης της Koç Holding, αλλά αποκαλύπτει το βαθιά αντιδραστικό πρόσωπο της τουρκικής οικονομικής ελίτ.
Αυτή η ελίτ, της οποίας ο 95χρονος Κοτς αποτελεί εμβληματικό εκπρόσωπο με περιουσία που αγγίζει τα 2,6 δισεκατομμύρια δολάρια, κινείται διαχρονικά σε απόλυτη σύμπλευση και συνεννόηση με το αυταρχικό καθεστώς του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Παρά το γεγονός ότι ο όμιλός του εμφανίζεται ενίοτε με ένα δήθεν «κοσμικό» προφίλ, στην πραγματικότητα αποτελεί βασικό οικονομικό πυλώνα του συστήματος εξουσίας στην Άγκυρα, κερδοσκοπώντας ασύστολα και στηρίζοντας τις κρατικές και επεκτατικές δομές. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι αμέσως έσπευσε να τον υπερασπιστεί δημόσια ο κυβερνητικός εταίρος του Ερντογάν και αρχηγός των εθνικιστών (MHP), Ντεβλέτ Μπαχτσελί, ο οποίος χαρακτήρισε τη δικαστική έρευνα «λάθος» και εξήρε την «προσφορά» του επιχειρηματία, επιβεβαιώνοντας τις βαθιές υπόγειες διασυνδέσεις του μεγιστάνα με το βαθύ κράτος και την ακροδεξιά συγκυβέρνηση.
#SONDAKİKA | Rahmi Koç’un yaptığı espri hakkında savcılık soruşturma başlattı.
“Halkın bir kesimini alenen aşağılama” pic.twitter.com/REVdexC7qZ
— Metropol Haber (@metropolmedya_) June 6, 2026
Παράλληλα, ο ρόλος του ομίλου Κοτς και του ίδιου του ιδρυτή του κρίνεται ως ιδιαίτερα ύποπτος και επιζήμιος για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα. Ο συγκεκριμένος επιχειρηματικός κολοσσός, πέρα από τη χρηματοδότηση της τουρκικής πολεμικής βιομηχανίας που απειλεί καθημερινά την κυριαρχία της Ελλάδας και της Κύπρου, χρησιμοποιεί συστηματικά την οικονομική και «πολιτιστική» του διείσδυση στο Αιγαίο και τη Θράκη ως εργαλείο άσκησης ήπιας ισχύος (soft power) και προώθησης των νεοοθωμανικών επιδιώξεων της Άγκυρας.
Οι δηλώσεις του Κοτς προκάλεσαν την άμεση καταδίκη από το φιλοκουρδικό κόμμα DEM, το Κίνημα Ελεύθερων Γυναικών (TJA) και τον Δικηγορικό Σύλλογο Κωνσταντινούπολης, που κατήγγειλαν τη μισογύνικη και αποικιοκρατική νοοτροπία της τουρκικής πλουτοκρατίας, η οποία θεωρεί ότι τα προνόμιά της της δίνουν το δικαίωμα να ευτελίζει ανθρώπινες αξιοπρέπειες. Η κοινωνική οργή, μάλιστα, πυροδότησε και ακραίες αντιδράσεις, καθώς στις 7 Ιουνίου σημειώθηκαν ένοπλες επιθέσεις από αγνώστους κατά εγκαταστάσεων της Otokoç στην Κωνσταντινούπολη και την Αττάλεια, καθώς και σε υποκατάστημα της Yapı Kredi Bank στο Ντιγιαρμπακίρ, αποδεικνύοντας ότι τοξικές συμπεριφορές τέτοιου βεληνεκούς, προερχόμενες από ανθρώπους που στηρίζουν και συντηρούν ένα καταπιεστικό καθεστώς, λειτουργούν ως πυριτιδαποθήκη σε μια ήδη βαθιά διχασμένη κοινωνία.





