Σε τεντωμένο σχοινί βαδίζει η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, με τη Γερμανία να αποφεύγει οριακά την ύφεση χάρη σε μαζικές κρατικές δαπάνες, την ώρα που ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή πυροδοτεί νέο κύμα ακρίβειας.
Σύμφωνα με την κεντρική τράπεζα της χώρας, η αυξημένη χρηματοδότηση για άμυνα και υποδομές λειτουργεί ως «ανάχωμα», αποτρέποντας τη βύθιση της οικονομίας, σε μια περίοδο όπου οι επιπτώσεις από τις γεωπολιτικές εξελίξεις πιέζουν ασφυκτικά την ανάπτυξη.
Οι προβλέψεις, ωστόσο, παραμένουν συγκρατημένες. Για το 2026 η ανάπτυξη εκτιμάται μόλις στο 0,5%, χαμηλότερα από προηγούμενες εκτιμήσεις, ενώ και για τα επόμενα χρόνια οι ρυθμοί παραμένουν υποτονικοί, δείχνοντας ότι η ανάκαμψη δεν θα είναι ούτε γρήγορη ούτε εύκολη.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την εικόνα παίζουν οι τιμές της ενέργειας, που έχουν εκτοξευθεί λόγω της έντασης στη Μέση Ανατολή. Το αποτέλεσμα είναι διπλό: τα νοικοκυριά βλέπουν τη δύναμη του εισοδήματός τους να μειώνεται, ενώ οι επιχειρήσεις έρχονται αντιμέτωπες με αυξημένο κόστος και αβεβαιότητα στη ζήτηση.
Την ίδια στιγμή, οι επενδύσεις από τον ιδιωτικό τομέα δείχνουν σημάδια κόπωσης, καθώς τα υψηλά επιτόκια και το ασταθές περιβάλλον λειτουργούν αποτρεπτικά για νέες πρωτοβουλίες.
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο σύνθετη λόγω του επίμονου πληθωρισμού. Οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι οι τιμές θα παραμείνουν πάνω από τον στόχο του 2% για αρκετά χρόνια, κάτι που ενισχύει τα σενάρια για νέα αύξηση επιτοκίων από την ευρωπαϊκή νομισματική αρχή.
Στο εσωτερικό της Γερμανίας, το οικονομικό επιτελείο προειδοποιεί ότι η ανάκαμψη θα είναι αργή και σταδιακή, χωρίς άμεση βελτίωση στην αγορά εργασίας, γεγονός που εντείνει την ανησυχία για την πορεία της οικονομίας τους επόμενους μήνες.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι η γερμανική οικονομία εισέρχεται σε μια περίοδο αυξημένου ρίσκου, όπου η ισορροπία ανάμεσα στην ανάπτυξη και τον πληθωρισμό θα κριθεί από παράγοντες που ξεπερνούν τα σύνορα της χώρας.






