Οι σύγχρονες μέθοδοι απεικόνισης του εγκεφάλου αλλάζουν ριζικά τον τρόπο με τον οποίο η επιστήμη αντιλαμβάνεται τη διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ). Όσο περισσότερα δεδομένα προκύπτουν από αξονικές, μαγνητικές και λειτουργικές εξετάσεις, τόσο πιο ξεκάθαρο γίνεται ότι η ΔΕΠΥ δεν συνδέεται με έλλειψη προσπάθειας ή πειθαρχίας, αλλά με διαφορετική δομή και λειτουργία του εγκεφάλου.
Έρευνες δείχνουν ότι σε άτομα με ΔΕΠΥ παρατηρούνται διαφοροποιήσεις σε περιοχές που σχετίζονται με την προσοχή, τη μνήμη και τον έλεγχο της συμπεριφοράς, όπως ο προμετωπιαίος φλοιός, τα βασικά γάγγλια και τμήματα της παρεγκεφαλίδας. Παράλληλα, λειτουργικές μελέτες καταγράφουν μειωμένη «επικοινωνία» ανάμεσα στα δίκτυα που είναι υπεύθυνα για τη συγκέντρωση και σε εκείνα που ενεργοποιούνται κατά την περιπλάνηση του νου, γεγονός που εξηγεί τις συχνές διασπάσεις προσοχής.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ευρήματα γύρω από τη ντοπαμίνη, έναν βασικό νευροδιαβιβαστή. Η απεικόνιση δείχνει ότι η δραστηριότητά της είναι χαμηλότερη σε εγκεφάλους με ΔΕΠΥ, ενώ η φαρμακευτική αγωγή φαίνεται να επαναφέρει αυτή τη λειτουργία πιο κοντά στα φυσιολογικά επίπεδα. Παράλληλα, μελέτες επισημαίνουν ότι οι εγκεφαλικές διαφορές συχνά επιμένουν και στην ενήλικη ζωή, ακόμη κι όταν τα συμπτώματα εμφανίζονται ηπιότερα.
Οι επιστήμονες τονίζουν, ωστόσο, ότι ο εγκέφαλος διαθέτει πλαστικότητα, δηλαδή ικανότητα προσαρμογής. Δραστηριότητες όπως η εκπαίδευση δεξιοτήτων, η ψυχοθεραπευτική υποστήριξη και πρακτικές ενσυνειδητότητας έχουν συσχετιστεί με μετρήσιμες αλλαγές σε περιοχές που σχετίζονται με τη ρύθμιση της προσοχής και των συναισθημάτων. Αυτό ενισχύει την άποψη ότι η αντιμετώπιση της ΔΕΠΥ είναι πιο αποτελεσματική όταν συνδυάζονται φαρμακευτικές και μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις.
Συνολικά, η σύγχρονη έρευνα μετατοπίζει τη συζήτηση από τα στερεότυπα περί «συμπεριφοράς» σε μια πιο ακριβή κατανόηση της νευροβιολογίας της ΔΕΠΥ, ανοίγοντας τον δρόμο για πιο στοχευμένες και εξατομικευμένες θεραπείες.
Πηγή: ADDitude Magazine, άρθρο των Oren Mason, M.D. και Tamara Rosier, Ph.D. (επικαιροποίηση: Νοέμβριος 2025)






