Η Δίκη των υποκλοπών: το εδώλιο, τα ίχνη και η πολιτική ευθύνη που δεν σβήνει…

Κοινοποίηση:
YPOKLOPES1-750x375

Η υπόθεση των υποκλοπών βρίσκεται πλέον στην τελική ευθεία, όχι ως τηλεοπτικό σίριαλ, αλλά ως ακροαματική διαδικασία που παράγει κρίσεις, αντιρρήσεις και σύντομα θα παράξει και Απόφαση.

Η Δίκη για τις παράνομες υποκλοπές δεν είναι πια ένα «θέμα επικαιρότητας» που ζει από διαρροές και αλληλοκατηγορίες. Είναι μια κανονική ακροαματική διαδικασία, με δεκάδες συνεδριάσεις, έγγραφα, μάρτυρες, εισαγγελική πρόταση, αγορεύσεις πολιτικής αγωγής και, πλέον, αγορεύσεις υπεράσπισης. Χθες, 16 Φεβρουαρίου 2026, στη 37η δικάσιμο, είδαμε καθαρά τι σημαίνει «μάχη στο τέλος»: η υπεράσπιση δεν προσπαθεί απλώς να πείσει ότι δεν αποδείχθηκαν οι επιμέρους πράξεις. Προσπαθεί να αποδομήσει συνολικά τη βάση της υπόθεσης, αμφισβητώντας ακόμη και το ποιοι είναι θύματα, ποιες μαρτυρίες είναι αξιόπιστες και ποια έγγραφα «μετράνε».

Κι εδώ είναι το κεντρικό σημείο που δεν πρέπει να χαθεί: ακόμη κι αν αύριο το Δικαστήριο καταδικάσει ή απαλλάξει τέσσερις κατηγορούμενους ιδιώτες, το ερώτημα που άνοιξε το σκάνδαλο δεν «σβήνει» μέσα στο εδώλιο. Η υπόθεση αφορά το πώς μια Δημοκρατία προστατεύει το απόρρητο των επικοινωνιών της, πώς ελέγχει μια Υπηρεσία Πληροφοριών, πώς αντιδρά όταν γύρω της αναπτύσσεται μια αγορά εμπορικής και όχι μόνο Κατασκοπείας και, τελικά, ποιος λογοδοτεί όταν οι θεσμικές δικλίδες αποδεικνύονται ανεπαρκείς.

Χθες λοιπόν, ολοκληρώθηκαν οι αγορεύσεις των συνηγόρων υπεράσπισης και το Δικαστήριο όρισε την έκδοση της ετυμηγορίας για την Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026, στις 10:00, στα Δικαστήρια της Ευελπίδων, κτίριο 9, αίθουσα 16, από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου κ. Νίκο Ασκιανάκη.

Αυτό από μόνο του θα ήταν σημαντικό. Το πραγματικό όμως βάρος είναι αλλού. Αυτή η Δίκη δεν κρίνει μόνο τέσσερα πρόσωπα. Κρίνει αν το Κράτος μπορεί να θέσει όρια σε ένα εργαλείο ισχύος που μετατρέπει την ιδιωτικότητα σε κενό γράμμα, αν η λογοδοσία μπορεί να σταθεί απέναντι σε «εταιρική ομίχλη» και θεσμικές σιωπές και αν η πολιτική εξουσία μπορεί να συνεχίσει να κρύβεται πίσω από το «δεν είναι ποινικό» όταν το Θεσμικό κόστος είναι Πολιτειακό.

Πού είμαστε τώρα στη Δίκη
Σύμφωνα με την εξέλιξη της υπόθεσης, η αυλαία πέφτει μετά από περίπου τέσσερις μήνες πραγματικής ακροαματικής διαδικασίας και περί τις σαράντα συνεδριάσεις, με δεκάδες μάρτυρες και πλήθος εγγράφων, κυρίως από την πλευρά της κατηγορίας. Βέβαια να θυμήσουμε ότι η διαδικασία ξεκίνησε περίπου ένα χρόνο πριν, τον περασμένο Μάρτιο…

Η Δίκη ξεκίνησε στις 5 Μαρτίου 2025 στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, πήρε τότε αναβολή και έκτοτε εξελίχθηκε σε μια μακρά διαδικασία με πολλές δικασίμους.

Στις 29 Ιανουαρίου 2026 το Δικαστήριο κήρυξε το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, χωρίς οι τέσσερις κατηγορούμενοι να εμφανιστούν για να απολογηθούν, κάνοντας χρήση δικονομικού δικαιώματος.

Στη χθεσινή συνεδρίαση ολοκλήρωσαν τις αγορεύσεις τους οι συνήγοροι των κατηγορουμένων Διονύσης Ματαράγκας και Ανδρέας Μήτσαινας, που εκπροσωπούν τη Σάρα Χάμου και τον Ταλ Ντίλιαν, καθώς και η Ελευθερία Ρίζου, που εκπροσωπεί τον Γιάννη Λαβράνο. Την προηγούμενη ημέρα είχαν προηγηθεί οι αγορεύσεις των Γιάννη Κυριακίδη και Νίκης Ορφανίδου, που εκπροσωπούν τον Φέλιξ Μπίτζιο.

Το ενδιαφέρον δεν είναι μόνο ότι «μπαίνουμε στην Απόφαση». Είναι ότι, όπως σημειώνεται, ακόμη και ο Εισαγγελέας της Έδρας άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να επανέλθει σε άλλα ζητήματα μετά την ετυμηγορία. Και το ακόμη πιο κρίσιμο, κατά την ίδια αποτύπωση, είναι το αν η δικαστική κρίση θα οδηγήσει στην ανάσυρση μέρους της δικογραφίας από το αρχείο, κάτι που θα μπορούσε να ανοίξει νέο κύκλο έρευνας, με νέα αδικήματα και νέους κατηγορουμένους.

Τι δικάζεται και ποιοι δικάζονται
Στο εδώλιο βρίσκονται τέσσερις κατηγορούμενοι: Ταλ Ντίλιαν, Σάρα Χάμου, Φέλιξ Μπίτζιος και Γιάννης Λαβράνος, σε σύνδεση με εταιρικά σχήματα που, κατά την κατηγορία, συγκροτούν το σύστημα του Predator στην Ελλάδα.

Οι κατηγορίες που περιγράφονται στη δημόσια κάλυψη της Δίκης είναι πλημμεληματικού χαρακτήρα και αφορούν, μεταξύ άλλων, παραβίαση απορρήτου και πράξεις παράνομης πρόσβασης ή επέμβασης σε συστήματα και δεδομένα.

Ο Εισαγγελέας, επέμεινε σε δύο θεμελιώδη σημεία. Πρώτον, ότι το Predator δεν «κουμπώνει» σε κανένα πλαίσιο νόμιμης παρακολούθησης και η χρήση του είναι παράνομη, με θεσμικές συνέπειες που ξεπερνούν κατά πολύ την παραβίαση προσωπικών δεδομένων. Δεύτερον, ότι δεν γίνεται να «κρύβονται» ποινικά αδικήματα πίσω από εταιρικά σχήματα, δηλαδή να εξαφανίζεται η ευθύνη μέσα σε μια ομίχλη νομικών προσώπων.

Εδώ βρίσκεται και ένα από τα παράδοξα της υπόθεσης: όλοι μιλούν για ένα σκάνδαλο που άγγιξε τον πυρήνα του Κράτους Δικαίου, αλλά η Δίκη διεξάγεται ως πλημμεληματική, σε Μονομελές Δικαστήριο. Και αυτό δεν είναι απλώς λεπτομέρεια. Είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα παραχθεί το αποτέλεσμα.

Η κρίσιμη θεσμική αντίφαση: «Ιστορική υπόθεση», περιορισμένο κατηγορητήριο
Ο ίδιος ο Εισαγγελέας, τόνισε ότι η υπόθεση δεν θα έπρεπε να εκδικάζεται σε Μονομελές Πλημμελειοδικείο, υπονοώντας πως, αν τα πραγματικά περιστατικά είχαν τελεστεί σε μεταγενέστερο χρόνο, το νομικό βάρος θα ήταν διαφορετικό.

Επιπλέον, φέρεται να πρότεινε νομικές μετατροπές ως προς τον τρόπο τέλεσης (κατά συρροή αντί κατ’ εξακολούθηση σε ορισμένα σκέλη), ακριβώς επειδή κάθε αποστολή μολυσμένου συνδέσμου πλήττει διαφορετικό έννομο αγαθό και άρα μπορεί να επηρεάζει το ύψος των ποινών.

Με απλά λόγια, η ίδια η Δίκη αποκαλύπτει ένα θεσμικό έλλειμμα: το Κράτος άργησε, το πλαίσιο ήταν ανεπαρκές, οι χειρισμοί ήταν αμφισβητήσιμοι και στο τέλος φτάσαμε να κρίνεται μια υπόθεση που δοκιμάζει τη Δημοκρατία σε στενό ποινικό καλούπι. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Δίκη είναι «άχρηστη». Σημαίνει ότι δεν αρκεί.

Τα στοιχεία σε μια υπόθεση spyware: δεν χρειάζεται να πιάσεις «το χέρι», αρκεί να δεις τον μηχανισμό
Σε υποθέσεις κατασκοπευτικού λογισμικού, η απόδειξη δεν μοιάζει με κλασική ποινική αφήγηση «δράστης, θύμα, όπλο». Συχνά δεν θα βρεις ποτέ ποιος πάτησε το κουμπί. Μπορείς όμως να βρεις την υποδομή, τη χρηματοδότηση, τη διαδρομή, τον τρόπο.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, όπως έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, είναι η υπόθεση της προπληρωμένης κάρτας με την οποία πληρώθηκαν μολυσμένα SMS. το Δικαστήριο ζήτησε την πλήρη κίνηση της κάρτας που είχε εκδοθεί στο όνομα του Αιμίλιου Κοσμίδη, καθώς αυτή συνδέεται με αποστολές μολυσμένων μηνυμάτων, μεταξύ άλλων προς τον Αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, Πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ κ. Νίκο Ανδρουλάκη και άλλα πρόσωπα. Το ρεπορτάζ αναφέρει επίσης ότι φόρτιση της κάρτας έγινε από ΑΤΜ στην Αγία Παρασκευή, σε κοντινή απόσταση από το ΚΕΤΥΑΚ της ΕΥΠ, γεγονός που προστίθεται ως κρίσιμη «ψηφίδα» στο παζλ.

Το σημαντικό εδώ δεν είναι να μετατρέψουμε τις συμπτώσεις σε ετυμηγορίες. Είναι να καταλάβουμε ότι η υπόθεση έχει υλικά ίχνη. Και αυτά τα ίχνη, όταν τα δεις όλα μαζί, σε αναγκάζουν να απαντήσεις στο βασικό: πώς λειτούργησε ένα τέτοιο σύστημα εντός ελληνικής επικράτειας;

Η εισαγγελική πρόταση ως θεσμική καμπή
Υπενθυμίζεται ότι ο Εισαγγελέας της Έδρας, κ. Δημήτρης Παυλίδης, έχει προτείνει την ενοχή και των τεσσάρων κατηγορουμένων, κρίνοντας, μεταξύ άλλων, ότι αποδείχθηκε η σύνδεση όλων με τις επίμαχες εταιρείες, όπως το πλέγμα της Intellexa, η Krikel και άλλες.

Το κρίσιμο στοιχείο εδώ δεν είναι μόνο η πρόταση ενοχής. Είναι το θεσμικό νόημά της. Όταν ένα Δικαστήριο κρίνει υπόθεση εμπορικού spyware, δεν κρίνει απλώς μια παραβίαση δεδομένων. Κρίνει ένα εργαλείο που μπορεί να μετατρέψει ένα κινητό σε μηχανισμό διαρκούς πρόσβασης στην ιδιωτική ζωή, άρα σε μηχανισμό ισχύος. Και η ισχύς χωρίς κανόνες είναι πάντα δημοκρατικός κίνδυνος, ανεξάρτητα από το αν τελικά θα καταδικαστούν ή θα απαλλαγούν οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι.

Η γραμμή της υπεράσπισης, όπως αποτυπώθηκε στις τελευταίες αγορεύσεις
Η υπεράσπιση κινήθηκε, σε γενικές γραμμές, με στόχο να αποδομήσει τη βάση της υπόθεσης, όχι μόνο ως προς τις πράξεις, αλλά και ως προς το πώς «δένονται» τα πρόσωπα με τις εταιρείες, τα πορίσματα και τις μαρτυρίες.

Στην αγόρευσή του, ο Διονύσης Ματαράγκας μίλησε για «αφήγημα» που, όπως υποστήριξε, έχει διαμορφωθεί γύρω από την υπόθεση από δημοσιογράφους που ερεύνησαν το σκάνδαλο, επιμένοντας στη διαφοροποίηση των «αφηγήσεων» ανάλογα με τις πηγές και τους ανθρώπους στους οποίους έχει πρόσβαση ο καθένας. Στο ίδιο πλαίσιο, υπερασπίστηκε τον πραγματογνώμονα και τεχνικό σύμβουλο Γιώργο Καραθανάση, αναφέροντας ότι η αντιμετώπισή του, κατά την άποψή του, έφτασε στα όρια προπηλακισμού.

Ο Ανδρέας Μήτσαινας απάντησε στις προηγούμενες τοποθετήσεις της πολιτικής αγωγής και, επιλέγοντας έναν έντονα φορτισμένο συμβολισμό, συνέχισε παραλληλισμούς με την υπόθεση δολοφονίας Λαμπράκη, απευθυνόμενος στον Πρόεδρο της Έδρας και μεταφέροντας το βάρος στο προσωπικό θεσμικό αποτύπωμα της απόφασης.

Για τον Φέλιξ Μπίτζιο, στις αγορεύσεις των συνηγόρων του, όπως αποτυπώθηκαν στο ρεπορτάζ, επιχειρήθηκε να αμφισβητηθεί το πόρισμα της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα ως προς τα θύματα, να τεθούν ζητήματα για το ποιοι αριθμοί συνιστούν «φορείς δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» και να προβληθεί ότι ο κατηγορούμενος είχε ιδιότητα «αναπληρωτή διαχειριστή» και όχι ρόλο πραγματικής διοίκησης στο εταιρικό πλέγμα όπως παρουσιάστηκε από την κατηγορία.

Όλα αυτά, δικονομικά, είναι θεμιτά ως υπερασπιστική γραμμή. Πολιτικά, όμως, έχουν μια προφανή επίπτωση. Αν η υπόθεση «μικρύνει» σε μια τεχνική διαμάχη για λίστες, ιδιότητες, οργανόγραμμα και αρμοδιότητες, τότε η κοινωνία κινδυνεύει να μείνει με το αίσθημα ότι ένα σκάνδαλο δημοκρατικής εμβέλειας «τακτοποιήθηκε» σε μια στενή γωνία της ποινικής διαδικασίας. Κι αυτό είναι ακριβώς το σημείο στο οποίο η πολιτική ευθύνη δεν επιτρέπει εύκολα «τέλος».

ΚΕΤΥΑΚ/ΕΥΠ: ένας κόμβος τεχνολογίας που δεν γίνεται να μένει έξω από τη συζήτηση
Εδώ μπαίνει το ΚΕΤΥΑΚ, το Κέντρο Τεχνολογικής Υποστήριξης, Ανάπτυξης και Καινοτομίας της ΕΥΠ. Πρόκειται για δομή που περιγράφεται ως αυτοτελής υπηρεσία εφαρμοσμένης έρευνας και τεχνολογικής υποστήριξης, με συνεργασίες και αντικείμενο που συνδέεται άμεσα με το πεδίο τεχνολογιών.

Από τα πρακτικά της Βουλής προκύπτει ότι προβλέφθηκε αυτοτελής υπηρεσία με την ονομασία «Κέντρο Τεχνολογικής Υποστήριξης, Ανάπτυξης και Καινοτομίας» (ΚΕΤΥΑΚ), η οποία λειτουργεί σε επίπεδο Διεύθυνσης και υπάγεται απευθείας στον Διοικητή της ΕΥΠ. Περιγράφεται, επίσης, ότι σκοπός του είναι να διεξάγει εφαρμοσμένη έρευνα, να συνεργάζεται με ερευνητικούς φορείς εντός και εκτός Ελλάδας, να συντονίζει έργα τεχνολογικής ανάπτυξης και να παρέχει τεχνολογικές μεθοδολογίες και εργαλεία, τόσο στην ΕΥΠ όσο και σε άλλους δημόσιους φορείς.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι μιλάμε για έναν κόμβο τεχνογνωσίας και τεχνολογικής υποστήριξης, όχι για μια τυχαία υπηρεσία. Και ακριβώς εδώ ακουμπά μια από τις πιο «δύσκολες» συμπτώσεις της υπόθεσης.

Σε μια υπόθεση spyware, όπου σπάνια «πιάνεις το χέρι που πάτησε το κουμπί», το πού, το πότε και το πώς αποκτούν ειδικό βάρος. Στη Δίκη έχει τεθεί στο επίκεντρο η προπληρωμένη κάρτα με την οποία, σύμφωνα με τα ρεπορτάζ έγκυρων ΜΜΕ, πληρώθηκαν μολυσμένα SMS του Predator. Καταγράφεται ότι φόρτιση της κάρτας με 500 ευρώ έγινε σε ΑΤΜ στην Αγία Παρασκευή στις 16 Σεπτεμβρίου 2021 και ότι τα μολυσμένα SMS που πληρώθηκαν από αυτήν την κάρτα απεστάλησαν από 21 Σεπτεμβρίου έως 21 Οκτωβρίου 2021. Στα ίδια ρεπορτάζ σημειώνεται ότι το συγκεκριμένο ΑΤΜ βρίσκεται «δίπλα από το ΚΕΤΥΑΚ της ΕΥΠ». Γι’ αυτό και δεν περνά ως ασήμαντο ότι, στη Δίκη, συζητήθηκε στοιχείο σύμφωνα με το οποίο φόρτιση της προπληρωμένης κάρτας που συνδέθηκε με πληρωμές για μολυσμένα SMS έγινε σε ΑΤΜ στην Αγία Παρασκευή, με το ρεπορτάζ πολλών έγκυρων ΜΜΕ να σημειώνει τη γειτνίαση με το ΚΕΤΥΑΚ της ΕΥΠ.

Αυτό δεν είναι απόδειξη ενοχής. Είναι όμως ένα εύρημα που δεν γίνεται να περνάει ως «γραφικότητα». Όταν μια υπόθεση spyware έχει από τη φύση της δυσκολία να πιάσει «το χέρι που πάτησε το κουμπί», τότε το πού, το πότε και το πώς αποκτούν ειδικό βάρος. Και όταν το «πού» δείχνει δίπλα σε έναν θεσμικό τεχνολογικό κόμβο της ίδιας της Υπηρεσίας, το ερώτημα που γεννιέται δεν είναι συκοφαντικό. Είναι ένα στοιχείο που, σε συνδυασμό με άλλα ίχνη, γεννά ένα καθαρά θεσμικό ερώτημα: τι μηχανισμοί ελέγχου υπήρχαν, ποιοι είχαν πρόσβαση, ποιος είχε την ευθύνη να προλάβει, να εντοπίσει και να μπλοκάρει ένα τέτοιο επιχειρησιακό μοτίβο, ένα οικοσύστημα που, όπως καταγγέλλεται, λειτουργούσε παράλληλα με κρατικές δυνατότητες και σε πεδία υψηλής τεχνολογίας;

Οι 78 μεταταγέντες από την ΕΥΠ: όταν το εσωτερικό μήνυμα γίνεται «σιωπή»
Ένα άλλο κομμάτι που δεν πρέπει να μένει στο περιθώριο είναι οι Μετατάξεις κατά το επίμαχο διάστημα, διαφωνούντων με τις παρανομίες των διοικούντων και άρα ανεπιθύμητων στην κυβέρνηση υπαλλήλων της ΕΥΠ. Μάρτυρες της Δίκης αναφέρθηκαν και σε αυτές τις διαδικασίες…

Σύμφωνα με τα αναφερθέντα, τον Δεκέμβριο του 2021 έγινε, με Τροπολογία, Μετάταξη 78 στελεχών της ΕΥΠ από την νεοιδρυθείσα το καλοκαίρι του 2021, Γ΄ Υποδιεύθυνση της Διεύθυνσης Συλλογής και Ανάλυσης Πληροφοριών (η Διεύθυνση που πραγματοποιούσε τις υποκλοπές) σε δομές κρατικής και δημόσιας ασφάλειας της Ελληνικής Αστυνομίας. Σε ρεπορτάζ έγκυρων ΜΜΕ περιγράφεται η ,ετάταξη ως «βίαιη» και «αντισυνταγματική», ενώ γίνεται αναφορά και σε δικαστικές εξελίξεις για μέρος των προσφυγών, καθώς και σε καθυστερήσεις συμμόρφωσης σε Αποφάσεις του ΔΕΑ. Πιο συγκεκριμένα, στην Βουλή οι αρμόδιοι Υπουργοί αλλά και οι Αιτιολογικές Εκθέσεις των Τροπολογιών για να δικαιολογήσουν την Μετάταξή τους, τους χαρακτήρισε ως “αξιόλογους” και “έμπειρους” με σκοπό της Μετάταξής τους την αναβάθμιση της Κρατικής Ασφάλειας. Υπήρξε λοιπόν αντισυνταγματική, παράνομη και υποχρεωτική Μετάταξη 78 υπαλλήλων της ΕΥΠ -σύμφωνα με Απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών όπου προσέφυγαν κάποιοι από τους μεταταγέντες-, με αναδρομικές μάλιστα ρυθμίσεις που συνδέονται με τον Δεκέμβριο του 2021 και μεταφορά τους σε υπηρεσίες της ΕΛ.ΑΣ. που ασκούν λέει αρμοδιότητες δημόσιας ή κρατικής ασφάλειας και μετανάστευσης, με την υπόθεση να έχει και δικαστικό ιστορικό προσφυγών έπειτα από τις επαναλαμβανόμενες αντισυνταγματικές και παράνομες τροπολογίες της διοίκησης… Σύμφωνα με τα ρεπορτάζ από τα ακροατήρια του ΔΕΑ, μεταξύ των μεταταχθέντων υπάρχουν και αρκετά συνδικαλιστικά στελέχη πράγμα που αντίκειται στο Σύνταγμα και στους νόμους αλλά και στην ΕΣΔΑ… Τελικά όλοι αυτοί οι μεταταγέντες υπάλληλοι της ΕΥΠ στην ΕΛ.ΑΣ. αξιοιποιήθηκαν όπως αναφέρθηκε στην Βουλή ως “αξιόλογοι” και “έμπειροι” σε θέσεις συλλογής και ανάλυσης πληροφοριών ή κατέληξαν, όπως ακούστηκε στα ακροατήρια, απλοί διοικητικοί υπάλληλοι, γραμματοκομιστές, κλητήρες κλπ;;; Η “τυφλή” ελληνική Δικαιοσύνη τι λέει γι αυτά;

Αν το δεις ψυχρά όλο το θέμα, αυτό λειτουργεί σαν ακτινογραφία διοικητικής κουλτούρας. Σε ένα σκάνδαλο που απαιτεί ενίσχυση εσωτερικών δικλίδων, θεσμική μνήμη και κουλτούρα αναφοράς προβλημάτων, η εικόνα που εκπέμπεται είναι αντίστροφη: κλίμα μετακινήσεων, αβεβαιότητας, φόβου για το ποιος «μιλά» και ποιος «σιωπά». Και εδώ είναι η ουσία: σε Υπηρεσίες Πληροφοριών, η «σιωπή» δεν είναι ουδέτερη. Είναι λειτουργική. Όταν το προσωπικό βλέπει ότι η έκθεση προβλημάτων μπορεί να καταλήγει σε Μετάθεση, «ψυγείο» ή περιθωριοποίηση και τελικά σε Μετάταξη τότε ο πραγματικός χαμένος δεν είναι μόνο ο υπάλληλος. Και αυτό έχει κόστος, όχι μόνο για τα πρόσωπα, αλλά για τη δυνατότητα του Κράτους να αυτοελέγχεται.

Το παράλληλο θεσμικό μέτωπο: ΑΔΑΕ, λόγοι παρακολούθησης Ανδρουλάκη και η ευρωπαϊκή πίεση
Ενώ η ποινική Δίκη αφορά κυρίως το παράνομο spyware, το σκέλος της «νόμιμης» παρακολούθησης μέσω ΕΥΠ παραμένει ανοιχτό θεσμικό μέτωπο παραμένει μια ανοιχτή πληγή θεσμικής διαφάνειας.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) έχει θέσει προκαταρκτικά ερωτήματα προς την κυβέρνηση για κρίσιμα σημεία, όπως το αν είναι συμβατό με την ΕΣΔΑ να μην μπορεί ο παρακολουθούμενος να πληροφορηθεί τους λόγους, αλλά και ζητήματα που συνδέονται με την επίκληση καταστροφής εγγράφων από την ΕΥΠ. Στα ρεπορτάζ αναφέρεται επίσης ότι, σε σχετικό υπόμνημα προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, η ΑΔΑΕ ουσιαστικά υποστήριξε ότι ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν εξάντλησε συγκεκριμένη διαδικασία «συμμόρφωσης», ενώ την ίδια στιγμή προβάλλεται ότι η ΑΔΑΕ δεν είναι η αρμόδια αρχή που μπορεί να τον ενημερώσει, μεταφέροντας την ευθύνη στην ΕΥΠ.

Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει θέσει προκαταρκτικά ερωτήματα που αφορούν, μεταξύ άλλων, την αδυναμία του παρακολουθούμενου να πληροφορηθεί τους λόγους της παρακολούθησής του, με αναφορά και σε ισχυρισμό ότι σχετικά έγγραφα καταστράφηκαν από την ΕΥΠ, καθώς και τη μη εκτέλεση της απόφασης 465/2024 του Συμβουλίου της Επικρατείας λόγω άρνησης της ΕΥΠ να αποκαλύψει τους λόγους που αιτιολογούσαν την παρακολούθηση.

Παράλληλα, είναι ήδη καταγεγραμμένη η κρίση του ΣτΕ ότι η άρνηση ενημέρωσης του Νίκου Ανδρουλάκη από την ΑΔΑΕ για τους λόγους άρσης απορρήτου και τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κρίθηκε μη νόμιμη και αντισυνταγματική, σύμφωνα με την απόφαση της Ολομέλειας που έχει δημοσιοποιηθεί.

Αυτά δεν είναι δευτερεύοντα. Δείχνουν ότι η υπόθεση δεν είναι απλώς «μια δίκη ιδιωτών». Είναι τεστ για το αν οι εγγυήσεις ελέγχου λειτουργούν όταν επιστρατεύεται η έννοια της Εθνικής Ασφάλειας. Αυτή η αλληλουχία έχει πολιτειακό νόημα. Δείχνει ότι η υπόθεση δεν είναι απλώς «μια ποινική διαμάχη για ιδιώτες». Είναι ένα πεδίο όπου, σε ευρωπαϊκό επίπεδο πλέον, εξετάζεται αν η Ελλάδα διαθέτει λειτουργικές εγγυήσεις ελέγχου και διαφάνειας, όταν μπαίνει μπροστά η λέξη «Εθνική Ασφάλεια».

Πολιτική ευθύνη: όταν η εποπτεία συγκεντρώνεται, συγκεντρώνεται και η λογοδοσία
Η πολιτική ευθύνη δεν είναι ταυτόσημη με την ποινική. Είναι όμως εξίσου πραγματική, ειδικά όταν μιλάμε για την ΕΥΠ.

Ο νόμος 4622/2019 προβλέπει ότι στην Προεδρία της Κυβέρνησης υπάγεται η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, άρα η θεσμική εποπτεία συγκεντρώνεται στο πρωθυπουργικό κέντρο. Στο ίδιο το ΦΕΚ του ν. 4622/2019 καταγράφεται ρητά ότι «η Προεδρία της Κυβέρνησης υπάγεται στον Πρωθυπουργό» και ότι «στην Προεδρία της Κυβέρνησης υπάγεται η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών».

Αυτό μεταφράζεται πολιτικά σε κάτι απλό: όταν μια κυβέρνηση επιλέγει κεντρικοποίηση, δεν μπορεί να διεκδικεί μόνο τον έλεγχο. Κληρονομεί και την ευθύνη. Δεν υπάρχει σοβαρή δημοκρατική λογοδοσία με το σχήμα «είμαι πολιτικός προϊστάμενος, αλλά είμαι και απλός θεατής» ή «εγώ είμαι πολιτικός προϊστάμενος, αλλά δεν έχω πολιτική ευθύνη». Η πολιτική ευθύνη εδώ δεν είναι «κατηγορία» με τη στενή έννοια. Είναι θεσμική υποχρέωση εξήγησης.

Και εδώ είναι η αιχμή που δεν γίνεται να αποφευχθεί: ακόμη κι αν το Δικαστήριο κρίνει ένοχους ή αθώους τους τέσσερις κατηγορούμενους, το ερώτημα πώς μπόρεσε να λειτουργεί στην Ελλάδα ένα τέτοιο οικοσύστημα υποκλοπών, με τέτοια έκταση, χωρίς έγκαιρη αποτροπή, χωρίς καθαρή διαλεύκανση, και με τόση θεσμική αμυντικότητα ή ανικανότητα, δεν «σβήνει» με την ετυμηγορία.

Το ίδιο ισχύει και για τη Διοίκηση της ΕΥΠ. Μια Υπηρεσία Πληροφοριών δεν κρίνεται μόνο από τις επιτυχίες της. Κρίνεται και από το αν μπορεί να αποδείξει ότι σέβεται το Σύνταγμα, ότι συνεργάζεται με τους θεσμούς ελέγχου, ότι δεν αφήνει γύρω της να ανθίζει μια «αγορά υποκλοπών». Και κρίνεται, επίσης, από το πώς συμπεριφέρεται στο εσωτερικό της όταν ανακύπτουν προβλήματα. Οι υποχρεωτικές Μετατάξεις υπαλλήλων, το ΚΕΤΥΑΚ, η κουλτούρα σιωπής, η θεσμική αμυντικότητα και οι «τεχνικές συμπτώσεις» δεν είναι άσχετα μεταξύ τους. Είναι κομμάτια του ίδιου παζλ.

Η απόφαση που έρχεται δεν θα είναι το τέλος
Η απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου θα είναι σταθμός. Όχι γιατί θα λύσει τα πάντα, αλλά γιατί θα αποτυπώσει αν η Δικαιοσύνη αποδέχεται ότι τα εμπορικά spyware δεν είναι «γκρίζα ζώνη», αλλά κάτι που διαλύει το απόρρητο στην πράξη. Όχι γιατί θα λύσει τα πάντα, αλλά γιατί θα αποτυπώσει αν το Δικαστήριο δέχεται ότι η «εταιρική ομίχλη» αρκεί για να εξαφανίσει ευθύνες ή αν, αντίθετα, το μήνυμα θα είναι ότι τέτοια εργαλεία δεν μπορούν να λειτουργούν, να στοχοποιούν και να αφήνουν πίσω τους μόνο αμφιβολίες.

Όμως, ό,τι κι αν συμβεί, η υπόθεση δεν τελειώνει εδώ. Αν, όπως επισημαίνεται, η ετυμηγορία οδηγήσει σε ανάσυρση μέρους της δικογραφίας από το αρχείο και νέα έρευνα, τότε θα ανοίξει και δεύτερος κύκλος, δυνητικά ευρύτερος, με άλλα πρόσωπα και άλλα αδικήματα.

Και ακόμη κι αν δεν ανοίξει, μένει το βασικό. Για να μη μείνει η Ελλάδα με μια ποινική βιτρίνα και ένα θεσμικό κενό από πίσω, χρειάζονται κανόνες για τα εμπορικά spyware με πραγματικούς μηχανισμούς ελέγχου, λογοδοσία που δεν εξαρτάται από το πόσο ισχυρό ή γνωστό είναι το θύμα και μια καθαρή απάντηση στο ερώτημα που αιωρείται πάνω από όλα τα υπόλοιπα: ποιος όφειλε να αποτρέψει το οικοσύστημα και δεν το έκανε.

Όμως όπως προανέφερα, ό,τι κι αν συμβεί, η υπόθεση δεν τελειώνει εδώ. Για να μη μείνει η Ελλάδα με μια «ποινική βιτρίνα» και ένα θεσμικό κενό από πίσω, χρειάζεται τουλάχιστον τρία πράγματα.

Χρειάζεται κανόνες για τα εμπορικά spyware, με σαφείς απαγορεύσεις και μηχανισμούς ελέγχου που να μη χωρούν ερμηνευτικά παραθυράκια.

Χρειάζεται λογοδοσία που να μην εξαρτάται από το πόσο ισχυρό είναι το θύμα, ή από το αν το θέμα παίρνει διεθνή δημοσιότητα.

Και χρειάζεται μια καθαρή απάντηση για το Κράτος: ποιος έπρεπε να ξέρει τι, ποιος έπρεπε να προλάβει τι, ποιος απέτυχε, ποιος σιώπησε, ποιος επέλεξε τη στεγανοποίηση αντί της διαλεύκανσης.

Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα. Γιατί το απόρρητο δεν αντέχει «διπλή πραγματικότητα». Δεν αντέχει ούτε «νόμιμη» υποκλοπή χωρίς ουσιαστικές εγγυήσεις, ούτε παράνομη υποκλοπή που κυκλοφορεί σε ιδιωτικά οικοσυστήματα με κρατική ανοχή, αδράνεια ή αδυναμία ελέγχου. Και, τελικά, η Δημοκρατία δεν αντέχει να μαθαίνει την αλήθεια μόνο όταν κάποιος επιμένει, μόνο όταν κάποιος κινδυνεύει πολιτικά, ή μόνο όταν ένα Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αρχίζει να ρωτά αυτά που θα έπρεπε να έχουν απαντηθεί εδώ.

Αυτός είναι και ο λόγος που η πολιτική ευθύνη, της Κυβέρνησης, του Πρωθυπουργικού κέντρου εποπτείας, και της Διοίκησης της ΕΥΠ, δεν σβήνει στο εδώλιο. Όποια κι αν είναι η απόφαση, το χρέος λογοδοσίας μένει.

Πηγή: fantomas.gr

ΚΟΙΝΟΠΟΗΣΗ:

Leave a Response