Ο δεύτερος μήνας του Γρηγοριανού ημερολογίου έχει 28 μέρες και 29 στα δίσεκτα έτη, κάθε τέσσερα χρόνια. Ο Φεβρουάριος προστέθηκε από το Ρωμαίο Νουμά Πομπίλιο το 50 π. Χ. περίπου, ως τελευταίος σεληνιακός μήνας του Ρωμαϊκού ημερολογίου.
Το 154 π.Χ. τοποθετήθηκε μετά τον Ιανουάριο ως δεύτερος μήνας. Η λατινική του ονομασία Februarius συσχετίζεται με το ρήμα Februare (εξαγνίζω) και προέρχεται από το όνομα της Ρωμαϊκής θεότητας Februus, που ταυτιζόταν αρχικά με το Θεό Φαύνο και αργότερα έγινε θεός του Άδη, αντίστοιχος με τον Ελληνικό θεό Πλούτωνα.
Αυτό το μήνα γίνονται θυσίες εξαγνισμού και εξαιτίας των πολλών βροχών του ήταν αφιερωμένος στο θεό Ποσειδώνα. Η ελληνική ονομασία Φεβρουάριος – Φεβράρης προήλθε με μετάθεση του ρ και με ανομοίωση Φλεβάρης, είτε με παρετυμολογία από τη φλέβα, επειδή πιστεύουν ότι με τα κρύα του «παγώνει τις φλέβες της γης».
Επειδή έχει λίγες μέρες ονομάζεται από το λαό Κουτσοφλέβαρος, Κουτσός ή Κούτσουλος. Το μειονέκτημά του αυτό ερμηνεύεται με την παράδοση ότι ο Φεβρουάριος δάνεισε λίγες μέρες στο Μάρτιο, όταν αυτός θέλησε να τιμωρήσει μια γριά που περιφρόνησε τα κρύα του.
Ο Φλεβάρης όπως αναφέρθηκε, προέρχεται από τις «φλέβες», δηλαδή τα υπόγεια νερά που αναβλύζουν στη διάρκειά του από τις πολλές βροχές, ενώ η γιορτή του Αγίου Τρύφωνα την 1η του μήνα του έδωσε και το όνομα «Αϊ-Τρύφωνας». Ο Φεβρουάριος έγινε Φεβράρης>Φρεβάρης>Φλεβάρης παρετυμολογήθηκε από τη λέξη φλέβα. Στις 2 του μήνα ανήμερα της Υπαπαντής έχουμε την πανσέληνο του Φλεβάρη ή το ‘’φεγγάρι του χιονιού’’ που λέγεται λόγω των χιονοπτώσεων τον τελευταίο μήνα του χειμώνα.
Στα καμποχώρια εκείνα τα χρόνια που όλα τα σπίτια είχαν άλλοι πολλά κι άλλοι λιγότερα πρόβατα, τον Οκτώβριο έσπερναν άλλοι βρίζα, κριθάρι, βρώμη για να φυτρώσουν, μόλις γεννούσαν τα πρόβατα. Έτσι τις ζεστές μέρες του Φλεβάρη έβλεπες να βόσκουν στα χωράφια οι προβατίνες με τα αρνάκια. Μια βουκολική εικόνα που θα μου μείνει αξέχαστη, γιατί τρέχαμε πίσω από τα αρνάκια και το βράδυ θα τρώγαμε και το πρωτόγαλο μετά τη γέννα που τη λέγαμε ‘’κουλιάστρα’’.
Αργότερα όταν μετακομίσαμε στα Γιάννινα, περίπατο κάναμε προεαρινό με τον φίλο μου τον Λάμπρο με τα ποδήλατα, τις ζεστές φλεβαριάτικες μέρες στα γύρω χωριά. Ανάμεσα στη δασική βλάστηση, τα λίγα ξεροχώραφα και των γυμνότοπων τα βλαστέματα, πρόβαλλε, ριζωτή στα βράχια, η πικραμυγδαλιά.
Γυρίζοντας διαβάζαμε ότι αντέχει και στις χειμωνιές και το λιοπύρι ασάλευτη. Σ’ ένα πρώιμο ξεγέλασμα αλκυονίδας θαλπωρής, μυρώνει σε τούτο της ανθοφορίας τον καιρό, μοσχομύριστη μοιράζοντας την ζωγραφιστή θωριά της και την ανάσα της που αναπνέαμε.
Άλλωστε, ο Φλεβάρης με τις ανθισμένες αμυγδαλιές είναι προπομπός της άνοιξης, όπως μας λέει και η παροιμία: «Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει». Και μαζί με την οργιάζουσα φύση, που ξυπνά από τη χειμερινή νάρκη, έρχονται και οι οργιαστικές τελετουργίες της Αποκριάς. Όπως αναφέρει ο Χριστόφορος Μηλιώνης: «Κύριο χαρακτηριστικό των εορτών αυτών είναι η μεταμφίεση (μασκαράδες, καρναβάλια), το γλέντι, οι βωμολοχίες και τα σκώμματα, που σκοπό έχουν να ξυπνήσουν τις δυνάμεις της γονιμότητας. Αρχίζουν με το Τριώδιο, κορυφώνονται τις Αποκριές (την Κυριακή της Κρεοφάγου και, κυρίως, της Τυρινής) και τερματίζονται την Καθαρή Δευτέρα, με έξοδο στο ύπαιθρο, με φαγοπότι και “σαρακοστιανά” (λαγάνες, δηλαδή άζυμα, παστά ψάρια, ταραμά, τουρσιά, φρέσκα κρεμμυδάκια και σκόρδα), με χορούς και χαρταετούς».
Η αρχή του Τριωδίου αναγγελλόταν με πυροβολισμούς και με ταμπούρλα και γινόταν ιδιαίτερα αισθητή την Τσικνοπέμπτη. Όπως αναφέρει ο Γεώργιος Ν. Αικατερινίδης, «την Τσικνοπέμπτη, σφάζονται σε πολλά μέρη τα χοιρινά, κυρίως στη νότια Ελλάδα και σε ορισμένα νησιά. Το Σάββατο όμως της ίδιας εβδομάδας, καθώς και τα δύο επόμενα Σάββατα, της Τυρινής και εκείνο της πρώτης εβδομάδας της Σαρακοστής, των Αγίων Θεοδώρων, είναι αφιερωμένα στη μνήμη των πεθαμένων. Στα Ψυχοσάββατα αυτά φαίνεται ότι συνεχίζεται αρχαία συνήθεια, αν λάβουμε υπόψη ότι στα Ανθεστήρια, που τελούνταν στην αρχαία Αθήνα την ίδια περίπου εποχή που σήμερα είναι οι Αποκριές».
Στα Ψυχοσάββατα οι ψυχές κάθονται επάνω στα δέντρα και τα βλαστάρια του αμπελιού, γι’ αυτό δεν κόβουν ως τότε βλαστάρια, μήπως πέσουν οι ψυχές που είναι καθισμένες επάνω σε αυτά και κλάψουν. Σύμφωνα με τον Γεώργιο Δημητροκάλλη: «τούτο το κάθισμα των ψυχών πάνω στα δέντρα έχει ρίζες προχριστιανικές, κι έχουμε παραστάσεις αρχαίες, κι ακόμα και χριστιανικές, κι ας μην το ‘χει στις διδαχές του ο χριστιανισμός. Αυτό γιατί αυτές οι δοξασίες είναι πανάρχαιες και οικουμενικές, αποκαλούν μάλιστα των φύλλων του δάσους το θρόισμα, ψυχοθρόισμα, μουρμούρισμα των ψυχών».
Η Καθαρά Δευτέρα, παρ’ όλα τα νηστίσιμα φαγητά της, δεν είναι παρά «μία προέκταση της αποκριάτικης περιόδου, με κύρια στοιχεία την αθυροστομία, τα αλληλοπειράγματα, τα σκώμματα, τη σάτιρα, που σε κανέναν δεν προκαλούν ενόχληση, αλλά, αντίθετα, όλοι τα επιδιώκουν, για το καλό», όπως αναφέρει ο Γεώργιος Ν. Αικατερινίδης.
Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, ο καιρός την ημέρα της Υπαπαντής μπορεί να βοηθήσει στην «πρόβλεψη» των μεταβολών του καιρού που θα ακολουθήσει: «Καλοκαιρία της Παπαντής, μαρτιάτικος χειμώνας» και «Ό,τι καιρός κάμει στη Παπαντής, θα τον κάμει σαράντα μέρες».
Τον Φεβρουάριο γιορτάζει επίσης και ο Άγιος Χαράλαμπος (στις 10 του μήνα), ο οποίος θεωρείται ότι προστατεύει από την πανώλη, ενώ στις 19 γιορτάζει η Αγία Φιλοθέη η Αθηναία. Κουτσοφλέβαρος, αλλά στη διάρκειά του βιώνουμε τόσες γιορτές.
Πολλές οι παροιμίες του Φλεβάρη, να θυμηθούμε μερικές: Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει, μα αν τις φλέβες του ανοίξει ξεροπήγαδα γιομίζει… Χιόνια του Φλεβαριού, χρυσάφι του καλοκαιριού… Του Φλεβάρη είπαν να βρέξει και λησμόνησε να πάψει… Ο Φλεβάρης κι αν χιονίσει πάλι άνοιξη θ’ ανθίσει, μα αν κάνει και θυμώσει, μες τα χιόνια θα μας χώσει… Φλεβάρης κουτσοφλέβαρος και του τσαπιού ο μήνας.





