Σημαντικές ενδείξεις για σύνδεση μεταξύ αντικαταθλιπτικών φαρμάκων και αυξημένου κινδύνου αιφνίδιου καρδιακού θανάτου φέρνει στο φως νέα μεγάλη μελέτη που παρουσιάστηκε στο επιστημονικό συνέδριο της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας (EHRA 2025).
Ο αιφνίδιος καρδιακός θάνατος αφορά τον απρόσμενο θάνατο ενός ατόμου μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα από την εμφάνιση συμπτωμάτων και συνδέεται με διαφορετικά αίτια ανά ηλικία: σε νεότερους κυριαρχούν οι καρδιακές ανωμαλίες και οι ηλεκτρικές διαταραχές, ενώ σε μεγαλύτερες ηλικίες σχετίζεται κυρίως με στεφανιαία νόσο.
Η νέα έρευνα, που βασίστηκε σε στοιχεία από 4,3 εκατομμύρια πολίτες στη Δανία, κατέγραψε περισσότερους από 45.000 θανάτους μέσα σε ένα έτος, εκ των οποίων πάνω από 6.000 ταξινομήθηκαν ως αιφνίδιοι καρδιακοί. Από αυτούς, σχεδόν 2.000 αφορούσαν άτομα που είχαν λάβει αντικαταθλιπτικά.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι ο κίνδυνος είναι αυξημένος για όσους έχουν ιστορικό λήψης αντικαταθλιπτικών, με τη διάρκεια χρήσης να παίζει καθοριστικό ρόλο. Συγκεκριμένα, άτομα που λάμβαναν τα φάρμακα για ένα έως πέντε χρόνια εμφάνισαν κατά 56% μεγαλύτερο κίνδυνο, ενώ για χρήση άνω των έξι ετών ο κίνδυνος ήταν υπερδιπλάσιος.
Ιδιαίτερα ανησυχητικά είναι τα στοιχεία για ορισμένες ηλικιακές ομάδες: σε άτομα 30-39 ετών ο κίνδυνος μπορεί να φτάσει έως και πέντε φορές υψηλότερος σε μακροχρόνια χρήση, ενώ στους 50-59 ετών τετραπλασιάζεται.
Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι η συσχέτιση δεν είναι απαραίτητα αιτιώδης. Η αυξημένη διάρκεια λήψης μπορεί να αντανακλά τη σοβαρότητα της υποκείμενης ψυχικής νόσου, ενώ ρόλο ενδέχεται να παίζουν και παράγοντες τρόπου ζωής, όπως η καθυστερημένη αναζήτηση ιατρικής βοήθειας ή η επιβαρυμένη συνολική υγεία.
Παράλληλα, δεν αποκλείονται και πιθανές καρδιολογικές παρενέργειες ορισμένων σκευασμάτων, με τους ειδικούς να τονίζουν ότι απαιτείται περαιτέρω έρευνα για ασφαλή συμπεράσματα.
Το βασικό μήνυμα των ειδικών είναι σαφές: η χρήση αντικαταθλιπτικών πρέπει να γίνεται πάντα υπό ιατρική παρακολούθηση, με τακτική αξιολόγηση του οφέλους και των πιθανών κινδύνων για κάθε ασθενή ξεχωριστά.






