Οι ερευνητές αρχίζουν επιτέλους να κατανοούν τις πραγματικές επιπτώσεις που μπορεί να έχει ο αυτοσαρκασμός – αλλά και πώς μπορούμε να αποφύγουμε τις παγίδες του.
Γιατί ορισμένα παιδιά στο σχολείο καταλήγουν στο περιθώριο;
Τη δεκαετία του 1990, ψυχολόγοι επιχείρησαν να διερευνήσουν γιατί κάποια παιδιά αποκλείονται από τις παρέες των συνομηλίκων τους. Εντόπισαν δύο βασικούς τύπους συμπεριφοράς. Ορισμένα από τα παιδιά που βίωναν απόρριψη ήταν επιθετικά και εκφοβιστικά. Άλλα ήταν πιο συνεσταλμένα, παθητικά και υποχωρητικά. Και οι δύο ομάδες, ωστόσο, είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό: δυσκολεύονταν να δεχθούν ένα αστείο.
Η πρώτη ομάδα αντιδρούσε στα πειράγματα με θυμό ή ακόμη και βία, ενώ η δεύτερη πληγωνόταν και αποσυρόταν. Και στις δύο περιπτώσεις, το χιούμορ εκλαμβανόταν ως προσβολή, σαν κάτι που δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να έχει καλή πρόθεση. Αντίθετα, τα παιδιά που ένιωθαν μεγαλύτερη κοινωνική ασφάλεια συνήθως αγνοούσαν τα πειράγματα ή ακόμη και γελούσαν με αυτά.
Το αν μπορούμε να γελάσουμε με τον ίδιο μας τον εαυτό φαίνεται, λοιπόν, ότι μπορεί να έχει συνέπειες ήδη από πολύ μικρή ηλικία.
Μελέτες δείχνουν ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής, μια πιο ανάλαφρη και χιουμοριστική στάση απέναντι στα πράγματα συνδέεται με καλύτερη ψυχική υγεία, πιο υγιείς σχέσεις και γενικότερα καλύτερες προοπτικές. Ωστόσο, οι απόψεις σχετικά με το αν είναι πράγματι καλό να γελάμε ειδικά με τον εαυτό μας παραμένουν εδώ και χρόνια διχασμένες.
Τώρα, όμως, οι ερευνητές αρχίζουν να αντιλαμβάνονται τις λεπτές διαφορές που κρύβονται πίσω από τον αυτοσαρκασμό – τι πραγματικά σημαίνει να κάνουμε χιούμορ με τον εαυτό μας και πότε, αλλά και με ποιον τρόπο, μπορεί να μας ωφελεί.
Ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα
Είναι άραγε πραγματικά δυνατό να γελάσουμε με τον ίδιο μας τον εαυτό;
Ο Πλάτωνας δεν το πίστευε. Ο αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος θεωρούσε ότι το χιούμορ γεννιέται από ένα αίσθημα ανωτερότητας απέναντι στους άλλους – ιδιαίτερα απέναντι σε ανθρώπους που αυταπατώνται πιστεύοντας ότι είναι πιο όμορφοι ή πιο σοφοί απ’ ό,τι είναι στην πραγματικότητα.
Περισσότερα από 1.000 χρόνια αργότερα, το 1651, ο Άγγλος φιλόσοφος Τόμας Χομπς εξέφρασε σε μεγάλο βαθμό την ίδια άποψη. Η εξαίρεση, κατά τη γνώμη του, ήταν οι περιπτώσεις στις οποίες οι άνθρωποι μπορούσαν περιστασιακά να γελάσουν με τον εαυτό τους αναλογιζόμενοι κάποια παλαιότερη ανοησία τους, επειδή αυτό αποδείκνυε πόσο πιο ώριμοι και έμπειροι είχαν γίνει στο μεταξύ.
Με τον καιρό, οι φιλόσοφοι άρχισαν να αποδέχονται ότι δεν πηγάζει όλο το χιούμορ από κακεντρέχεια ή διάθεση υποτίμησης. Τον 18ο αιώνα, για παράδειγμα, έγινε δημοφιλής η λεγόμενη «θεωρία της ασυμφωνίας», σύμφωνα με την οποία το χιούμορ συχνά προκύπτει όταν κάτι παραβιάζει απροσδόκητα τις κοινωνικές νόρμες ή τις προσδοκίες μας.
Παρόλα αυτά, το αν οι άνθρωποι μπορούν πράγματι να γελούν με τον ίδιο τους τον εαυτό παρέμεινε ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα μέχρι και σχετικά πρόσφατα.
Το μεγαλύτερο μέρος της έρευνας για το χιούμορ τα τελευταία 50 χρόνια βασίστηκε σε ερωτήσεις προς τους ίδιους τους ανθρώπους σχετικά με το αν μπορούν να αυτοσαρκάζονται, αποδεχόμενο ουσιαστικά τις απαντήσεις τους ως δεδομένες.
Όμως, όπως συμβαίνει και με την ποσότητα αλκοόλ που δηλώνουν οι άνθρωποι στα ιατρικά ερωτηματολόγια, υπήρχε πάντα η πιθανότητα οι απαντήσεις αυτές να είναι λίγο πιο «ιδανικές» απ’ ό,τι ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ίσως, τελικά, οι άνθρωποι να μην ήταν τόσο άνετοι με τον αυτοσαρκασμό όσο υποστήριζαν.
Το 2011, ωστόσο, Ευρωπαίοι ερευνητές αποφάσισαν να εξετάσουν την ικανότητα του αυτοσαρκασμού με ένα πείραμα και όχι απλώς μέσα από ερωτηματολόγια.
Κάλεσαν εθελοντές στο εργαστήριο και βιντεοσκόπησαν κρυφά τις εκφράσεις του προσώπου τους. Όταν επέστρεψαν αργότερα, οι συμμετέχοντες είδαν παραμορφωμένες εικόνες του προσώπου τους, σαν εκείνες που δημιουργούν οι καθρέφτες σε λούνα παρκ, ενώ οι αντιδράσεις τους καταγράφονταν.
Δεν διασκέδασαν όλοι, όμως το 80% τουλάχιστον χαμογέλασε όταν αντίκρισε απροσδόκητα την εικόνα του, ενώ το 40% γέλασε δυνατά.
«Πλέον η επιστήμη έχει καταλήξει αρκετά ξεκάθαρα ότι, ναι, είναι δυνατό να γελάμε με τον εαυτό μας και μάλιστα υπάρχουν αρκετά οφέλη που συνδέονται με αυτό», λέει η Sonja Heintz, λέκτορας Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Πλίμουθ στη Βρετανία, η οποία μελετά το χιούμορ.






