Με τη συμπλήρωση 25 ετών από τις φονικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στις Ηνωμένες Πολιτείες, η χώρα τιμά τη μνήμη των χιλιάδων θυμάτων και διασωστών, την ώρα που η φετινή επέτειος συμπίπτει με τα 250 χρόνια από τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας. Οι επίσημες εκδηλώσεις συνοδεύονται, όπως κάθε χρόνο, από έντονη πατριωτική ρητορική και αναφορές στον ρόλο των ΗΠΑ ως ηγέτιδας δύναμης του δυτικού κόσμου και υπερασπιστή της δημοκρατίας. Ωστόσο, πίσω από το σκηνικό εθνικής ενότητας εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρά ερωτήματα και αντιφάσεις που επανέρχονται στο προσκήνιο.
Στο επίκεντρο βρίσκεται και ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος, σύμφωνα με το δημοσίευμα, επιχειρεί να αξιοποιήσει πολιτικά την επέτειο σε μια περίοδο κατά την οποία αντιμετωπίζει σημαντικές πολιτικές πιέσεις. Η απόφασή του να μη βρεθεί στη Νέα Υόρκη και στο Γκράουντ Ζίρο συνδέεται με την άρνηση των διοργανωτών να του παραχωρήσουν κεντρικό ρόλο στην τελετή μνήμης. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, στον χώρο της τραγωδίας παραδοσιακά μιλούν οι συγγενείς των θυμάτων, ενώ οι πρώην και εν ενεργεία πρόεδροι παρίστανται χωρίς να εκφωνούν ομιλίες. Έτσι, ο Τραμπ επέλεξε να πραγματοποιήσει ξεχωριστή τελετή στο Πεντάγωνο, όπου αναμένεται να αναφερθεί στην αμερικανική εξωτερική πολιτική και στις στρατιωτικές επιχειρήσεις της χώρας.
Παράλληλα, το δημοσίευμα επαναφέρει στο προσκήνιο τους ισχυρισμούς του Τραμπ για τη δική του παρουσία στο Μανχάταν την ημέρα των επιθέσεων. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει υποστηρίξει ότι βρέθηκε στην περιοχή μετά την επίθεση, μαζί με ομάδα περίπου εκατό διασωστών, περιγράφοντας μάλιστα περιστατικό κατά το οποίο πυροσβέστες φέρεται να τον απομάκρυναν από την περιοχή λόγω της επικινδυνότητας. Ωστόσο, το συγκεκριμένο αφήγημα αμφισβητείται έντονα, καθώς παρατίθενται παλαιότερες δηλώσεις του ίδιου σύμφωνα με τις οποίες εκείνο το πρωινό βρισκόταν στον Πύργο Τραμπ και όχι στο σημείο της καταστροφής. Το γεγονός αυτό έχει προκαλέσει νέες συζητήσεις για την αξιοπιστία των ισχυρισμών του, ιδιαίτερα σε μια επέτειο που αφορά μια από τις πιο τραγικές στιγμές της σύγχρονης αμερικανικής ιστορίας.
Ταυτόχρονα, νέα στοιχεία που ήρθαν στη δημοσιότητα αναζωπυρώνουν τα ερωτήματα γύρω από τις διασυνδέσεις προσώπων που είχαν ερευνηθεί για πιθανή σχέση με τις επιθέσεις. Πρόσφατα δημοσιοποιήθηκαν από το βρετανικό BBC βίντεο που παρέμεναν επί σχεδόν τρεις δεκαετίες στην αφάνεια και στα οποία εμφανίζεται ο Σαουδάραβας Ομάρ αλ-Μπαγιούμι. Το όνομά του έχει συνδεθεί με δικαστική αγωγή οικογενειών θυμάτων της 11ης Σεπτεμβρίου κατά της Σαουδικής Αραβίας, οι οποίες υποστηρίζουν εδώ και χρόνια ότι το Ριάντ είχε ρόλο στην υποστήριξη και προετοιμασία των επιθέσεων.
Ο αλ-Μπαγιούμι έχει βρεθεί στο επίκεντρο των ερευνών εξαιτίας των επαφών του με δύο από τους αεροπειρατές, τον Ναουάφ αλ-Χάζμι και τον Χαλίντ αλ-Μιχντάρ, οι οποίοι έφτασαν στις ΗΠΑ πριν από τις επιθέσεις. Παρότι συνελήφθη στη Βρετανία, αφέθηκε ελεύθερος και επέστρεψε στη Σαουδική Αραβία, αρνούμενος ότι υπήρξε πράκτορας των σαουδαραβικών υπηρεσιών.
Τα νέα βίντεο, σύμφωνα με το δημοσίευμα, δημιουργούν επιπλέον ερωτήματα, καθώς εμφανίζουν τον αλ-Μπαγιούμι να βρίσκεται μαζί με τον Ανουάρ αλ-Αουλάκι, ο οποίος αργότερα συνδέθηκε με την αλ-Κάιντα, σε δραστηριότητα στο Σαν Ντιέγκο το 1998. Στο ίδιο υλικό εμφανίζονται άνδρες με στρατιωτικού τύπου ενδυμασία να συμμετέχουν σε δραστηριότητες σκοποβολής και προσομοίωσης εφόδων. Ο αλ-Μπαγιούμι είχε επανειλημμένα αρνηθεί ότι είχε συναντήσει τον αλ-Αουλάκι, γεγονός που προσδίδει νέα διάσταση στις αποκαλύψεις.
Τα ερωτήματα εντείνονται ακόμη περισσότερο από τα ευρήματα που είχαν κατασχεθεί στο διαμέρισμα του αλ-Μπαγιούμι στη Βρετανία. Μεταξύ άλλων αναφέρονται τηλεφωνικός κατάλογος με ονόματα Σαουδαράβων αξιωματούχων στις ΗΠΑ, λογισμικό προσομοίωσης πτήσης, ταξιδιωτικά έγγραφα, καθώς και σημείωμα με σχέδιο αεροσκάφους και μαθηματικούς υπολογισμούς που φέρεται να αφορούσαν την πορεία ενός αεροπλάνου προς επίγειο στόχο. Ο ίδιος, όταν ρωτήθηκε σχετικά σε δικαστική διαδικασία το 2021, έδωσε διαφορετική ερμηνεία για τα ευρήματα και εξακολούθησε να αρνείται οποιαδήποτε εμπλοκή.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η δημοσιοποίηση των νέων στοιχείων επαναφέρει με ένταση το ζήτημα του κατά πόσο όλες οι πτυχές της υπόθεσης της 11ης Σεπτεμβρίου διερευνήθηκαν σε βάθος και αν υπήρξαν πρόσωπα ή διασυνδέσεις που δεν έφτασαν ποτέ μέχρι τη δικαιοσύνη. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά το γεγονός ότι, παρά τις πολυετείς έρευνες και τις καταγγελίες οικογενειών των θυμάτων, κανένας ανώτερος Σαουδάραβας αξιωματούχος δεν έχει οδηγηθεί σε δίκη για την υπόθεση.
Είκοσι πέντε χρόνια μετά, η 11η Σεπτεμβρίου εξακολουθεί επομένως να αποτελεί μια ανοιχτή πληγή, όχι μόνο λόγω της ανείπωτης απώλειας ανθρώπινων ζωών, αλλά και εξαιτίας των ερωτημάτων που παραμένουν σχετικά με τις διεθνείς διασυνδέσεις, τις έρευνες των υπηρεσιών ασφαλείας και τις πολιτικές αποφάσεις που ακολούθησαν. Οι νέες αποκαλύψεις έρχονται να προσθέσουν ακόμη ένα κομμάτι σε μια υπόθεση που, παρά τις δεκαετίες που έχουν περάσει, εξακολουθεί να γεννά αντιπαραθέσεις και απαιτήσεις για απαντήσεις από τις οικογένειες των θυμάτων.






