Νόσος Μπόουεν: Μοιάζει με σπυράκι αλλά είναι καρκίνος δέρματος – Δείτε πώς θα το καταλάβετε

Κοινοποίηση:
derma_karkinos

Η νόσος του Bowen δημιουργεί ενδοεπιδερμικό καρκίνο του δέρματος που κάποτε μπορεί να μετατραπεί σε ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα. Εκδηλώνεται ως επιμένουσα ερυθρόφαιη, λεπιδώδη πλάκα που μοιάζει σαν ψωρίαση ή έκζεμα και αν δεν αντιμετωπιστεί είναι πιθανόν να διηθήσει βαθύτερα στρώματα.

Η νόσος του Bowen δεν είναι συχνή

Προσβάλλει ισότιμα τα δύο φύλα και κυρίως τους ενήλικες. Ουσιαστικά είναι ένας αρχόμενος ακανθοκυτταρικός καρκίνος του δέρματος. Προκαλείται από την επίδραση της υπεριώδους ακτινοβολίας στο δέρμα και για αυτό εντοπίζεται κυρίως στο πρόσωπο, τα χέρια και το κάτω τμήμα των κνημών. Στο παρελθόν που το αρσενικό χρησιμοποιείτο για τη θεραπεία της ψωρίασης και της σύφιλης υπήρχαν ασθενείς που εμφάνιζαν πολλαπλές βλάβες σαν συνέπεια της λήψης αρσενικού.

Να σημειωθεί ότι το αρσενικό βρίσκεται σε πολλά παρασκευάσματα της ομοιοπαθητικής, χρησιμοποιείται σαν μυκητοκτόνο και παρασιτοκτόνο και τελευταία ευρίσκεται και σε παιδικές τροφές. Το αρσενικό μπορεί να προδιαθέτει στην ανάπτυξη κακοήθειας και των εσωτερικών οργάνων όπως και πολλαπλών επιφανειακών βασικοκυτταρικών καρκίνων του δέρματος.

Άλλοι παράγοντες, που αποτελούν αιτία της νόσου Bowen είναι χημικά καρκινογόνα, ακτινοβολία, γενετικοί παράγοντες και τραύματα. Ο ανθρώπινος ιός των θηλωμάτων (HPV), ο οποίος μεταδίδεται κυρίως μέσω της σεξουαλικής επαφής, αποτελεί μία από τις εκδηλώσεις της νόσου Bowen στα γεννητικά όργανα. Η ασθένεια αυτή, πιθανόν να εκδηλωθεί στους βλεννογόνους της μύτης ή του στόματος όπως και στο δέρμα.

Ενδείξεις της νόσου Bowen

Το ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα (SCC) εκδηλώνεται ως μία επίμονη παχιά, τραχεία, λεπιδώδη βλάβη, η οποία δύναται να αιμορραγήσει εάν χτυπηθεί κατά λάθος. Συχνά μοιάζει με θήλωμα και μερικές φορές εμφανίζεται ως μία ανοιχτή πληγή με επηρμένα όρια και εφελκίδες στην επιφάνεια η που καλύπτουν μια επηρμένη ρυπαρή βάση.

Διάγνωση της νόσου Bowen

Η διάγνωση μπορεί να γίνει με ψηφιακή δερματοσκόπηση και αν κρίνει ο γιατρός θα γίνει λήψη τεμαχίου ιστού (βιοψίας) που θα ελεγχθεί στο μικροσκόπιο. Σε περίπτωση κατά την οποία, παρατηρηθούν καρκινικά κύτταρα απαιτείται θεραπεία.

Θεραπεία

Όταν το ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα (SCC) εντοπίζεται σε πρώιμο στάδιο και αφαιρείται άμεσα, σχεδόν πάντα θεραπεύεται και στην περίπτωση που έχει προκαλέσει βλάβη, είναι αμελητέα. Εάν όμως δεν αντιμετωπιστεί, τότε τελικά κατατρώει τους υποκείμενους ιστούς και γίνεται δύσμορφο. Ένα μικρό ποσοστό δύναται να κάνει μετάσταση σε απομακρυσμένους ιστούς και όργανα και μπορεί ακόμη να αποβεί και θανατηφόρο.

Χειρουργική αφαίρεση

Ο ιατρός χρησιμοποιεί νυστέρι για να αφαιρέσει ολόκληρο τον όγκο μαζί με την περιβάλλουσα περιοχή με όρια υγιούς δέρματος για λόγους ασφαλείας. Κατόπιν η πληγή γύρω από το χειρουργικό πεδίο κλείνει με ράμματα. Ο ιστός ο οποίος αφαιρείται στέλνεται στο εργαστήριο για μικροσκοπική εξέταση με σκοπό την πιστοποίηση ότι όλα τα καρκινικά κύτταρα έχουν αφαιρεθεί.

Το ποσοστό επιτυχίας με αυτή την τεχνική αποτελεί περίπου το 92% των πρωτοπαθών όγκων. Το ποσοστό πέφτει στο 77%, σε περιπτώσεις υποτροπιαζόντων ακανθοκυτταρικών καρκινωμάτων.

Διαθερμοπηξία

Ο όγκος αφαιρείται ξύνοντας το με την βοήθεια ενός ξέστρου και καυτηριάζεται με την βοήθεια της διαθερμοπηξίας, για να καταστραφεί ο πρωτογενής όγκος και να ελεγχθεί η αιμορραγία. Αυτή η διαδικασία επαναλαμβάνεται μερικές φορές σε βαθύτερα στρώματα με σκοπό να επιβεβαιωθεί ότι δεν υπάρχουν εναπομείναντα καρκινικά κύτταρα.

Τα ποσοστά επιτυχίας αυτής της μεθόδου πλησιάζουν εκείνα της χειρουργικής αφαίρεσης για την αντιμετώπιση των επιφανειακών διηθημένων ακανθοκυτταρικών καρκινωμάτων (SCC) με χαμηλό ρίσκο. Όμως δεν ενδείκνυται για περιπτώσεις πιο επιθετικών διηθημένων ακανθοκυτταρικών καρκινωμάτων (SCC) και για αυτά που βρίσκονται σε σημεία υψηλού κινδύνου ή δύσκολων περιοχών όπως τα αυτιά, χείλη, βλέφαρα καθώς και γεννητικών οργάνων.

Κρυοχειρουργική

Με αυτή την μέθοδο, ο ιατρός καταστρέφει τον ιστό του όγκου, παγώνοντας το με υγρό άζωτο με την βοήθεια μιας συσκευής σπρέι ή με εμποτισμένο βαμβακοφόρο στειλεό. Με αυτή την μέθοδο δεν συντρέχει λόγος αναισθησίας και δεν υπάρχει ούτε τομή ούτε αιμορραγία Κατά την διάρκεια της ίδιας επίσκεψης, ο ιατρός επαναλαμβάνει την διαδικασία μερικές φορές, με σκοπό την επιβεβαίωση της καταστροφής όλων των κακοηθών κυττάρων.

Στην περίπτωση κατά την οποία αναπτύσσεται κρούστα, εκείνη αποκολλάται και πέφτει μόνη της, σε διάστημα μερικών εβδομάδων Είναι πιθανόν, μετά την κρυοχειρουργική, να προκύψει ερυθρότητα, οίδημα, εμφάνιση φυσαλίδων με υγρό και κρούστες.

Σε ασθενείς με σκούρα επιδερμίδα είναι πιθανόν να υπάρξει απώλεια χρώματος. Η κρυοχειρουργική αποτελεί, μία οικονομική, και εύκολη στην διαχείριση αντιμετώπιση και είναι θεραπεία εκλογής σε ασθενείς με αιμορραγικές διαταραχές ή δυσανεξία στην αναισθησία. Όμως ποσοστιαία είναι λιγότερο επιτυχής θεραπεία σε σύγκριση με τις άλλες χειρουργικές μεθόδους.

Ανάλογα με την πείρα του ιατρού, το ποσοστό επιτυχίας, στην αντιμετώπιση επιφανειακών ακανθοκυτταρικών καρκινωμάτων (SCC) με την μέθοδο αυτή, σε διάστημα πενταετίας, απεδείχθη 95% ή και υψηλότερο σε επιλεγμένα γενικευμένα επιφανειακά επιθηλιώματα.

Η κρυοχειρουργική δεν χρησιμοποιείται σήμερα συχνά για επιθετικά ακανθοκυτταρικά καρκινώματα (SCC) επειδή βαθύτερα τμήματα του όγκου, δύνανται να παραλειφθούν αφενός και αφετέρου, οι ιστοί με ουλές προερχόμενες από την κρυοχειρουργική, πιθανόν να αποκρύψουν κάποια ένδειξη επανεμφάνισής του όγκου.

Ακτινοβολία

Οι δέσμες ακτινών Χ κατευθύνονται στον όγκο και δεν συντρέχει λόγος χειρουργικής τομής ή αναισθησίας. Η καταστροφή του όγκου, απαιτεί συνήθως, μια σειρά θεραπειών διάρκειας από μια έως τέσσερις εβδομάδες. Μερικές φορές απαιτείται, η θεραπεία να είναι καθημερινή για το διάστημα ενός μηνός. Τα ποσοστά επιτυχίας κυμαίνονται ανάμεσα σε 85 % έως 95%.

Αυτή η τεχνική περιλαμβάνει μακροπρόθεσμα προβλήματα κοσμητικά, κινδύνους οι οποίοι συνδέονται με ακτινοβολία καθώς και πολλαπλές επισκέψεις. Για αυτούς τους λόγους, αυτή η μορφή αντιμετώπισης, εφαρμόζεται σε όγκους, οι οποίοι παρουσιάζουν δυσκολία στο να αντιμετωπισθούν χειρουργικά και σε ασθενείς στους οποίους δεν ενδείκνυται το χειρουργείο όπως στην περίπτωση των ηλικιωμένων ή εκείνων με βεβαρημένη υγεία.

Φωτοδυναμική θεραπεία (PDT)

Αυτή η μέθοδος είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για όγκους στο πρόσωπο και την περιοχή του κρανίου. Ένας φωτοευαίσθητος παράγοντας όπως το τοπικό 5-αμινολεβουλινικό οξύ (5-ALA), εφαρμόζεται τοπικά στους όγκους, στο γραφείο του ιατρού, αυτό απορροφάται από τα καρκινικά κύτταρα.

Την επόμενη μέρα, ο ασθενής επιστρέφει και οι συγκεκριμένες περιοχές ενεργοποιούνται με την βοήθεια ενός δυνατού φωτός. Επιλεκτικά, η μέθοδος αυτή καταστρέφει ακανθοκυτταρικά καρκινώματα (SCC) ενώ συγχρόνως προκαλεί μηδαμινή βλάβη στον περιβάλλοντα υγιή ιστό.

Η μέθοδος αυτή δεν έχει εγκριθεί από τον Οργανισμό φαρμάκων (FDA) για την αντιμετώπιση των ακανθοκυτταρικών καρκινωμάτων (SCC). Η μέθοδος αν και είναι αποτελεσματική σε μη διηθημένα καρκινώματα δεν ενδείκνυται προς το παρόν για επιθετικά ακανθοκυτταρικά καρκινώματα (SCC).

Aποτελεσματικότητα έχει φανεί μόνο σε πρώιμους, μη επιθετικούς όγκους αλλά οι πιθανότητες επανεμφάνισής τους κυμαίνονται από 0 έως 52 %, έτσι η μέθοδος δεν συνιστάται για διηθημένα καρκινώματα. Η ερυθρότητα και το οίδημα αποτελούν συνηθισμένες παρενέργειες.

Κατόπιν της θεραπείας οι ασθενείς αποκτούν τοπική φωτοευαισθησία, στο σημείο όπου εφαρμόστηκε το 5- ΑLA, για διάστημα 48 ωρών. Γι αυτό τον λόγο η έκθεση στον ήλιο θα πρέπει να αποφευχθεί.

Χειρουργική αφαίρεση με laser

Αφαιρείται η εξωτερική στοιβάδα του δέρματος και σε ποικίλη ποσότητα βαθύτερου δέρματος με την χρήση laser διοξειδίου του άνθρακα (carbon dioxide) ή erbium Y.A.G. Η μέθοδος είναι αναίμακτη και ο ιατρός έχει την δυνατότητα έλεγχου του βάθους του ιστού που αφαιρείται. Καθώς κόβει γίνεται ταυτόχρονα και αιμόσταση των αιμοφόρων αγγείων.

Αυτό είναι ιδιαίτερα χρήσιμο, για ασθενείς οι οποίοι αντιμετωπίζουν ανωμαλίες αιμόστασης. Χρησιμοποιείται συχνά όταν οι άλλες μέθοδοι έχουν εφαρμοστεί και αποτύχει. Σε σύγκριση όμως με άλλες τεχνικές, υπάρχουν ελαφρώς, περισσότερες πιθανότητες να δημιουργηθεί ουλή και αποχρωματισμό.

Επίσης οι πιθανότητες επανεμφάνισής του, μετά την θεραπεία με laser, κυμαίνονται όσο και οι πιθανότητες επανεμφάνισης του μετά την θεραπεία με P.D.T δηλαδή από 0 – 52%. H θεραπεία αυτή, δεν έχει ακόμη εγκριθεί από το FDA για την αντιμετώπιση των ακανθοκυτταρικών καρκινωμάτων (SCC).

Τοπική εφαρμογή φαρμάκων

Η 5 – φλουορουρακίλη (fluorouracil 5-FU) και η ιμικιμόδη (imiquimod) είναι εγκεκριμένα και τα δύο από τον Οργανισμό φαρμάκων των Η.ΠΑ (F.D.A), για την αντιμετώπιση των ακτινικών υπερκερατώσεων (ΑΚ) καθώς και επιφανειακών βασικοκυτταρικών καρκινωμάτων (BCC).

Διεξάγεται ακόμη έρευνα, όσον αφορά την χρήση τους στην θεραπεία μερικών επιφανειακών ακανθοκυτταρικών καρκινωμάτων (SCC). Έχει αναφερθεί σαν αποτελεσματική η αντιμετώπιση της νόσου Bowen, μιας ενός μη – επιθετικού ακανθοκυτταρικού καρκίνου (SCC), με την εφαρμογή των παραπάνω φαρμάκων.

Όμως επιθετικά ακανθοκυτταρικά καρκινώματα (SCC) δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με 5-FU. Ενώ κάποιες δοκιμές έχουν δείξει ότι τo imiquimod πιθανόν να αποδειχθεί αποτελεσματικό σε μερικά επιθετικά ακανθοκυτταρικά (SCC), αλλά δεν είναι ακόμη εγκεκριμένο από το F.D.A για την συγκεκριμένη χρήση. Το Ιmiquimod ρυθμίζει το ανοσοποιητικό σύστημα με σκοπό να παράγει ιντερφερόνη (interferon), ένα χημικό το οποίο επιτίθεται σε καρκινικά και προκαρκινικά κύτταρα.

ΚΟΙΝΟΠΟΗΣΗ:

Leave a Response