Θανατική Ποινή: Κατά πόσο μπορεί να προστατεύσει ουσιαστικά την κοινωνία από μελλοντικά ειδεχθή εγκλήματα

Κοινοποίηση:
death-penalty

Η θανατική ποινή θεωρείται η εσχάτη των ποινών καθώς είναι η πιο αυστηρή από όλες τις ποινές που μπορούν να επιβληθούν για ένα αδίκημα. Εφαρμόζεται σήμερα σε 54 χώρες μεταξύ των οποίων βρίσκεται η Κίνα, το Πακιστάν, οι ΗΠΑ και άλλες, κυρίως μουσουλμανικά κράτη. Οι περισσότερες εκτελέσεις γίνονται δημόσια με σκοπό τον παραδειγματισμό αλλά κυρίως για επίδειξη της δύναμης του κράτους ενάντια στους «χειρότερους των χειρότερων», όπως προσφωνώνται, εγκληματιών.

Θανατική ποινή

Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, όλες αυτές οι δημόσιες εκτελέσεις δεν εξυπηρετούν σε τίποτα πάρα μόνο στο να αποδεικνύουν την ταπεινωτική φύση αυτής της τιμωρίας. Όσο αποτρόπαια και στυγερά χαρακτηρίζονται κάποια εγκλήματα, δεν έχει κανείς το δικαίωμα να αφαιρεί τη ζωή ενός πολίτη.

Μπορεί από νομική άποψη να προηγείται η αυτοπροστασία της κρατικής εξουσίας από την ανθρώπινη ζωή όμως δεν υπάρχει μεγαλύτερη προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας από τη θανατική καταδίκη. Ο αντισυνταγματικός της χαρακτήρας έχει τονισθεί ουκ ολίγες φορές από οργανώσεις που τάσσονται κατά αυτού του μέτρου και από τη Διεθνή Αμνηστία οι οποίες τελικά κατάφεραν να την απομακρύνουν από πολλές πολιτείες.

Κατά πόσο, λοιπόν, αυτό το ανταποδοτικό σύστημα επιβολής ποινών μπορεί να προστατεύσει ουσιαστικά την κοινωνία από μελλοντικούς παραβάτες;

Σωφρονισμός

Οι στατιστικές δείχνουν πως τα σκληρά και αδυσώπητα μέτρα επιβολής που στοχεύουν στο θάνατο των εγκληματιών όχι μόνο δεν αποτρέπουν μελλοντικούς παραβάτες να διαπράξουν ίδια εγκλήματα αλλά οδηγούν πολλές φορές σε ανεπανόρθωτα λάθη καταδίκης αθώων φυλακισμένων πολιτών.

Μιλάμε, λοιπόν, για μια αμετάκλητη και μη επανορθώσιμη ποινή. Σε κάθε περίπτωση ο απώτερος σκοπός της φυλάκισης πρέπει να είναι ο σωφρονισμός και όχι η επιβολή απάνθρωπων και ακατάλληλων μεθόδων στο όνομα της υποταγής και του παραδειγματισμού.

Ο φυλακισμένος πρέπει να διαπαιδαγωγηθεί και να έχει την ευκαιρία να επανενταχθεί στην κοινωνική ζωή αν αυτό είναι εφικτό ανάλογα πάντα με τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει διαπράξει.

Φαύλος κύκλος βίας

Όταν, όμως, διαφορετικά κράτη και κυρίως οι ΗΠΑ που εφαρμόζεται κατά κόρον η θανατική ποινή, τη χρησιμοποιούν ακόμη και για παραβάσεις όπως η κατασκοπεία, τότε μιλάμε για κατάχρηση αυτού του μέτρου που έχει ως αποτέλεσμα μια βιαιότητα απέναντι στον άνθρωπο η οποία παραβιάζει θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα όπως αυτό της μη υποβολής σε βασανισμό ή σε σκληρή και εξευτελιστική μεταχείριση.

Επιπλέον, γεννάται το ερώτημα του πώς μπορεί ένα κράτος να έχει την απεριόριστη και ανεξέλεγκτη εξουσία να ορίζει το πότε θα πεθάνουν οι πολίτες του. Αυτό αυτόματα αφαιρεί την αρχή της προστασίας που οφείλει να εφαρμόζει υπέρ των πολιτών του.

Από την άλλη μεριά, εφόσον η αφαίρεση μιας ζωής είναι αξιόποινη πράξη πώς το ποινικό σύστημα απαντά με τον ίδιο τρόπο δηλαδή διαπράττοντας φόνο και αφαιρώντας μια ακόμη ζωή;

Παράλληλα, είναι άξιον απορίας το αν μπορούμε να μιλάμε για πραγματική ανακούφιση της οικογένειας του θύματος όταν εφαρμόζεται η θανατική ποινή στο δράστη εφόσον το θύμα έχει ήδη χαθεί.

Συν τοις άλλοις, δεδομένου του ότι η θανατική ποινή αργεί να εφαρμοστεί και κάποιες φορές χρειάζονται πολλά χρόνια ώσπου ο θανατοποινίτης αναμένει τον επικείμενο θάνατό του, συνειδητοποιούμε την ψυχική οδύνη που ήδη βιώνει μέσα στις φυλακές μέχρι να εκτελεσθεί.

Αυτός ο πόνος, μάλιστα, μεταφέρεται και στους συγγενείς του μελλοθάνατου οι οποίοι αναμένουν το θάνατο μαζί του και επηρεάζονται άμεσα από αυτόν, καθιστώντας έτσι τον χαρακτήρα της τιμωρίας συλλογικό.

Ακόμα, δεν έχει αποδειχθεί επιστημονικά από κανέναν ότι η θανατική ποινή έχει μεγαλύτερη αποτρεπτική δύναμη για την εκτέλεση μιας αξιόποινης πράξης από ότι η ισόβια κάθειρξη.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι με την εφαρμογή της διαιωνίζεται ένας φαύλος κύκλος βίας ο οποίος δημιουργεί πραγματικά πιο βίαιες κοινωνίες.

Το πιο σημαντικό; Αμφισβητείται η δυνατότητα του κάθε ανθρώπου να αλλάξει το χαρακτήρα του και να βοηθηθεί από ψυχολόγους και άλλους επιστήμονες ψυχικής υγείας. Το άτομο από τη στιγμή που θα καταδικασθεί δεν έχει τη δυνατότητα μεταμέλειας, τη δυνατότητα να βελτιώσει τον χαρακτήρα του και να επανενταχθεί εφόσον το μόνο που μπορεί να αναμένει είναι ο θάνατος του.

Επιπροσθέτως, η επιβολή της θανατικής ποινής ως μέτρου κατά του εγκλήματος, δίνει την εσφαλμένη εντύπωση ότι υιοθετούνται σκληρά μέτρα για την πάταξη των εγκλημάτων, όμως, η ουσιαστική λύση δίνεται με την λήψη μέτρων τα οποία προλαμβάνουν το έγκλημα.

Όσο λιγότερες είναι οι ποινές που επιβάλλονται στους πολίτες μιας κοινωνίας, τόσο πιο υψηλό δείκτη πολιτιστικού επιπέδου θα έχει. Αυτό προϋποθέτει την πνευματική καλλιέργεια των ανθρώπων από μικρή ηλικία ώστε να αποφεύγουν αξιόποινες πράξεις και να διαχωρίζουν το σωστό από το λάθος. Ο καλύτερος, λοιπόν, τρόπος για την πρόληψη εγκλημάτων είναι η μόρφωση των πολιτών.

Επομένως, για ακόμη μια φορά συνειδητοποιούμε τον βαρύνοντα ρόλο του σχολείου και πώς η εκπαίδευση που έρχεται μέσα από αυτό ποιεί χαρακτήρες οι οποίοι αργότερα μπορεί να ωφελήσουν ή να βλάψουν μια ολόκληρη κοινότητα ανθρώπων.

Ποια πρέπει να είναι η τιμωρία των κατά συρροή εγκληματιών;

Πώς πρέπει να τιμωρούνται, όμως, οι κατά συρροή εγκληματίες και άλλοι παραβάτες αν όχι με τη θανατική ποινή;

Το ποινικό σύστημα θα πρέπει να καθορίζει ποινές, οι οποίες δεν στοχεύουν στην τιμωρία και την απομόνωση των εγκληματιών γιατί με αυτόν τον τρόπο η πιθανότητα να εγκληματήσουν ξανά μέσα στις φυλακές αυξάνεται ως απάντηση στην άσχημη μεταχείριση που υπόκεινται.

Η στέρηση της ελευθερίας τους είναι ήδη ένα ισχυρό μέτρο σωφρονισμού. Στόχος, λοιπόν, θα πρέπει να είναι η μακροπρόθεσμη ψυχολογική υποστήριξη των εγκληματιών και η δια βίου παρακολούθηση της ψυχικής τους υγείας.

Τα κονδύλια, βεβαίως που παρέχονται από σχεδόν όλες τις πολιτείες δεν αρκούν ούτε για την αναγκαία ψυχολογική υποστήριξη που χρειάζονται μέσα στις φυλακές. Οι εγκληματίες θεωρούνται συνήθως συναισθηματικά ανώριμοι και ψυχολογικά ασταθείς, αδύναμοι να διακρίνουν το καλό από το κακό, το ωφέλιμο από το μη ωφέλιμο.

Αυτό υπονοεί πως οι πράξεις στις οποίες οδηγούνται έχουν κυρίως ψυχολογικά αίτια και πολλές φορές δεν γίνονται υπό πλήρη συνείδηση. Αυτός είναι ένας ακόμα λόγος για τον οποίο δεν θα πρέπει να καταδικάζονται σε θάνατο.

Συμπερασματικά, για τη μείωση των εγκληματικών πράξεων θα πρέπει πρώτον να δοθεί έμφαση στη μόρφωση των πολιτών από πολύ μικρή ηλικία.

Αυτό είναι ένα σημαντικότατο μέτρο πρόληψης καθώς μαθαίνοντας από μικρά τα παιδιά τις συνέπειες των πράξεων τους, βλέποντας τις συνθήκες του εγκλεισμού και της φυλάκισης και γνωρίζοντας τις οικογένειες των θυμάτων αποτρέπονται στο να διαπράξουν παρόμοιες πράξεις μεγαλώνοντας.

Δεύτερον, σε μεταγενέστερο στάδιο και αφού έχει ήδη αποτύχει η πρόληψη ως μέτρο αποτροπής, το ποινικό σύστημα οφείλει να μεριμνήσει για την ψυχολογική υποστήριξη των εγκληματιών ακόμα και μετά την αποφυλάκισή τους. Η λύση στην πάταξη των εγκλημάτων γενικότερα δεν βρίσκεται στην επιβολή αδυσώπητων τιμωριών όπως πιστεύουν αρκετοί αλλά στην εστίαση της ψυχικής υγείας των ανθρώπων.

Επιπλέον, αν θέλουμε να ζούμε σε κράτη που η εγκληματικότητα θα είναι μικρή, θα πρέπει να προετοιμάσουμε τους ανθρώπους κατάλληλα ώστε να έχουν κριτική σκέψη, να εμπιστεύονται τις αστυνομικές αρχές και να συνεργάζονται με τους συμπολίτες τους για μια ευνομούμενη κοινωνία.

ΚΟΙΝΟΠΟΗΣΗ: