Δημογραφικό: 39 από τους 51 νομούς της Ελλάδας είχαν απώλειες πληθυσμού – Αυξάνονται οι ηλικιωμένοι

Κοινοποίηση:
φδφδ

Ο πληθυσμός της Ελλάδας κατά τη μεταπολεμική περίοδο αυξήθηκε κατά 3,05 εκατομμύρια καθώς το 1951 ήμασταν 7,63 εκατομμύρια και το 2021 φθάσαμε στα 10,67 εκατομμύρια. Η αύξηση αυτή (συνεχής μέχρι το 2010, χρονιά από την οποία άρχισε να μειώνεται), έγινε με διαφοροποιημένους ρυθμούς, όπως αναφέρει ο καθηγητής Δημογραφίας στο Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και διευθυντής του Εργαστηρίου Δημογραφικών και Κοινωνικών Αναλύσεων (ΕΔΚΑ), Βύρων Κοτζαμάνης.

Αρχικά τα μεγάλα κύματα εξόδου προς το εξωτερικό των δεκαετιών 1950 και 1960 υπερκαλύφθηκαν από τα ιδιαίτερα υψηλά φυσικά ισοζύγια (πολύ περισσότερες γεννήσεις από θανάτους), στη συνέχεια δε η μείωση των φυσικών ισοζυγίων των ετών 1980-2010 υπερκαλύφθηκε από τα θετικά μεταναστευτικά ισοζύγια (βλέπε είσοδο οικονομικών μεταναστών) με αποτέλεσμα τη συνέχιση της αύξησης του πληθυσμού μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 2000.

39 από τους 51 νομούς είχαν απώλειες πληθυσμού

Η παρατηρούμενη στη συνέχεια συρρίκνωση (μείον 500.000 άτομα σε απόλυτες τιμές ανάμεσα στο 2011 και το 2022) οφείλεται κυρίως στα αρνητικά φυσικά ισοζύγια, είναι γενικευμένη και αφορά σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό την πλειοψηφία των νομών καθώς 39 στους 51 είχαν απώλειες την τελευταία δεκαετία, ενώ, ανάμεσα σε αυτούς που είχαν κάποια κέρδη – σχεδόν αποκλειστικά λόγω της προσφυγικής κρίσης – ελάχιστοι είχαν αύξηση του πληθυσμού τους μεγαλύτερη του 5% (Δωδεκάνησα, Χίος, Λέσβος, Σάμος).

Αν η μείωση του πληθυσμού μας ξεκίνησε μόλις το 2011 και όχι νωρίτερα, αυτό οφείλεται κυρίως στη μαζική είσοδο μεταναστών στις δεκαετίες του 1990 και του 2000. Ειδικότερα, αν ο συνολικός πληθυσμός μας αυξήθηκε κατά 850 χιλ. ανάμεσα στο 1991 και το 2011, η αύξηση αυτή οφείλεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στο θετικό κατά 800 σχεδόν χιλιάδες μεταναστευτικό ισοζύγιο της εικοσαετίας αυτής, ενώ την ίδια περίοδο το ισοζύγιο γεννήσεις – θάνατοι (στο οποίο περιλαμβάνονται και οι γεννήσεις των μεταναστών) περιορίστηκε στις 60.000.
Αυξάνονται οι ηλικιωμένοι

Αλλά και η κατανομή του πληθυσμού μας σε μεγάλες ηλικιακές ομάδες τις τελευταίες δεκαετίες άλλαξε σημαντικά σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο καθηγητής σε ημερίδα υπό τον τίτλο: «Δημογραφικές εξελίξεις και κρίσεις στην Ελλάδα», που πραγματοποιήθηκε στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών. Όπως σημειώνει, «αν πάρουμε ως βάση εκκίνησης το 1951, θα διαπιστώσουμε ότι ανάμεσα στο έτος αυτό και το 2021 τόσο οι 65 όσο και οι 85 ετών και άνω, αυξήθηκαν πολύ γρηγορότερα από τις άλλες ηλικιακές ομάδες καθώς το πλήθος των 65+ πολλαπλασιάστηκε επί 4,6 και των 85+ επί 12,7, ενώ αυτό των 15 – 64 ετών επί 1,4 (μια αύξηση σε σχέση με το 1951 μόλις κατά 37%)».
Το 1951 ήμασταν «εθνικά ομοιογενής»

Την ίδια περίοδο o πληθυσμός μας από σχετικά «εθνικά ομοιογενής» (οι μη έχοντες την ελληνική υπηκοότητα το 1951 ήταν λίγες δεκάδες χιλιάδες) συμπεριλαμβάνει σήμερα περισσότερους από 900.000 αλλοδαπούς, το σύνολο σχεδόν των οποίων προέρχεται από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες και από τις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες του πλανήτη μας με το ειδικό βάρος των τελευταίων (δηλ. το ποσοστό τους στον συνολικό πληθυσμό των αλλοδαπών) να αυξάνεται από το 13% το 2015 στο 32% το 2021.

Είχαμε όμως μεταπολεμικά και μια ταχύτατη αστικοποίηση και μια υπερσυγκέντρωση του πληθυσμού σε ένα εξαιρετικά περιορισμένο τμήμα της συνολικής επιφάνειας καθώς σχεδόν 3 στους 4 κατοίκους της χώρας μας ζουν πλέον στις μητροπολιτικές περιοχές Αθηνών και της Θεσσαλονίκης και σε μια δεκάδα μεγάλων αστικών κέντρων και την άμεση περιφέρειά τους. Είναι δε ενδεικτικό ότι το 2011 ο πληθυσμός συσσωρευτικά των 151 ΟΤΑ με περισσότερους από 10.000 κάτοικους (2,5% του συνόλου των ΟΤΑ) συγκεντρώνεται στο 4,3% της επικράτειας και αποτελεί το 62,5% του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Οι αλλαγές αυτές, αποτέλεσμα του μεταπολεμικού μοντέλου ανάπτυξης, έχουν – και θα συνεχίσουν να έχουν – σημαντικές επιπτώσεις σε πλήθος πεδίων.

Περιορίζεται η γονιμότητα και αυξάνεται το προσδόκιμο ζωής

Παράλληλα, το προσδόκιμο ζωής μας στη γέννηση έχει αυξηθεί κατά μέσο όρο σε 17 έτη, ενώ έχει περιορισθεί η γονιμότητα/γεννητικότητα, με αποτέλεσμα οι γεννήσεις τα τελευταία χρόνια (85-86 χιλ.) να είναι κατά 70 χιλ. λιγότερες από αυτές των αρχών της δεκαετίας του 1950 (155 χιλ.). Ταυτόχρονα, στις μετά το 1960 γενεές αυξάνονται τα ποσοστά των άτεκνων, των άγαμων, των γεννήσεων εκτός γάμου καθώς και η ένταση των διαζυγίων, ενώ αυξάνεται συνεχώς και αριθμός των θανάτων λόγω της δημογραφικής γήρανσης (οι θάνατοι το 2020 – 131 χιλ. – ήταν 2,3 περισσότεροι από αυτούς που καταγράφηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1950: -57 χιλ.).

Οι προαναφερθείσες αλλαγές μετέβαλαν ριζικά το δημογραφικό μας τοπίο. Η Ελλάδα είναι πλέον σχετικά γερασμένη καθώς το 22,5% των κατοίκων της είναι 65 ετών και άνω ενώ το ποσοστό των 85 ετών και άνω υπερβαίνει το 3,6% του συνολικού πληθυσμού έναντι μόλις του 0,4% το 1951. Για πρώτη φορά δε στη δημογραφική ιστορία της χώρας αυτής, από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 και μετά ο πληθυσμός ηλικίας 0-14 ετών υπολείπεται αυτού των 65 ετών και άνω, ενώ το 2022 οι ηλικιωμένοι είναι κατά 900.000 περισσότεροι από τους 0-14 ετών. Οι αλλαγές αυτές συνοδεύτηκαν προφανώς και από την ταχεία αύξηση όχι μόνον της μέσης ηλικίας του συνολικού πληθυσμού, αλλά και αυτής του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας (των 20-64 ετών).

ΚΟΙΝΟΠΟΗΣΗ:

2 Σχόλια

  1. Δεν πειράζει η νδ εχει μεριμνησει και γιαυτο μας φερνει συνεχως νεους επενδυτές οποτε μη σκάτε αυξανόμεθα και αμα βαλεις και τις πουστάρες εχει γεμισει ο τοπος….

  2. Φέρτε Πακιστανους κ άλλους μελαχρινους για τα κρεβάτια κ για τα χωράφια.

Leave a Response