ΣΤΗΝΟΥΝ «ΠΑΓΙΔΕΣ» ΜΕ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ: ΠΟΙΟΙ ΘΑ ΠΑΤΗΣΟΥΝ ΤΗ ΜΠΑΝΑΝΟΦΛΟΥΔΑ ΤΗΣ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗΣ ΚΑΙ ΠΟΙΟΙ ΘΑ ΕΚΤΕΘΟΥΝ; ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΚΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ ΤΟΥ ΚΟΥΛΗ

Κοινοποίηση:
mitsotakis_vouli-1

Η έναρξη της συζήτησης για τη Συνταγματική Αναθεώρηση παρουσιάζεται από την κυβέρνηση ως μια κορυφαία θεσμική στιγμή. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για μια διαδικασία που φέρει έντονα τα σημάδια πολιτικού τακτικισμού και επικοινωνιακής διαχείρισης από το Μέγαρο Μαξίμου. Παρά τις αναφορές σε «εθνικές συναινέσεις» και «υπέρβαση κομματικών γραμμών», η κυβερνητική στρατηγική δείχνει να υπηρετεί πρωτίστως τις προτεραιότητες και τις ιδεολογικές εμμονές του Κυριάκου Μητσοτάκη και της Νέας Δημοκρατίας, παρά μια ειλικρινή προσπάθεια θεσμικής αναβάθμισης.

Το αφήγημα της συναίνεσης και η πολιτική υποκρισία

Η κυβέρνηση γνωρίζει πολύ καλά ότι η αναθεώρηση του Συντάγματος δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς ευρείες πλειοψηφίες, όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 110. Ωστόσο, αντί να επιδιώξει έναν ουσιαστικό και ισότιμο διάλογο, επιχειρεί να εγκλωβίσει την αντιπολίτευση σε ένα δίλημμα: είτε θα συναινέσει στο κυβερνητικό σχέδιο είτε θα εμφανιστεί ως δύναμη ακινησίας και άρνησης των μεταρρυθμίσεων. Πρόκειται για μια παλιά και δοκιμασμένη συνταγή πολιτικής πίεσης, που περισσότερο διχάζει παρά ενώνει.

Η προσπάθεια προσέγγισης του ΠΑΣΟΚ εντάσσεται ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο. Η κυβέρνηση επιδιώκει να το αξιοποιήσει ως «δεκανίκι» για την επίτευξη του μαγικού αριθμού των 180 ψήφων, μεταφέροντας σε αυτό το βάρος της ευθύνης και του πολιτικού κόστους. Δεν πρόκειται για αναγνώριση του ρόλου του ως θεσμικού εταίρου, αλλά για μια καθαρά αριθμητική και κυνική προσέγγιση.

Άρθρο 16: ιδεολογική εμμονή και εξυπηρέτηση συμφερόντων

Η κορυφή της σύγκρουσης είναι, όπως αναμενόταν, το άρθρο 16. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη επανέρχεται με εμμονή στην αναθεώρησή του, παρουσιάζοντας την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων ως πανάκεια για τα προβλήματα της ανώτατης εκπαίδευσης. Στην πραγματικότητα, η επιλογή αυτή αντανακλά μια βαθιά ιδεολογική πίστη στην εμπορευματοποίηση της γνώσης και στη σταδιακή υποβάθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου.

Παρά τις διακηρύξεις περί «διεθνών προτύπων», η κυβέρνηση αποφεύγει να συζητήσει τις πραγματικές αιτίες της κρίσης στην παιδεία: τη χρόνια υποχρηματοδότηση, την απαξίωση του προσωπικού και τη φυγή νέων επιστημόνων στο εξωτερικό. Αντί για στήριξη του δημόσιου συστήματος, επιλέγει να ανοίξει τον δρόμο σε ιδιωτικά συμφέροντα, μετατρέποντας το Σύνταγμα σε εργαλείο εξυπηρέτησης συγκεκριμένων οικονομικών κύκλων.

Απόδημοι, Πρόεδρος της Δημοκρατίας και θεσμικά προσχήματα

Στο ζήτημα της ψήφου των αποδήμων, η κυβέρνηση εμφανίζεται πιο συναινετική, χωρίς όμως να κρύβει τον πολιτικό της υπολογισμό. Η επέκταση της επιστολικής ψήφου παρουσιάζεται ως θεσμική τομή, ενώ στην πραγματικότητα συνοδεύεται από σοβαρά ερωτήματα για τη διαφάνεια και την αξιοπιστία της διαδικασίας, τα οποία η κυβέρνηση αντιμετωπίζει με αοριστίες και επικοινωνιακές διαβεβαιώσεις.

Αντίστοιχα, οι συζητήσεις για τον τρόπο εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας δείχνουν να εξαντλούνται σε τεχνικές ρυθμίσεις, χωρίς ουσιαστική διάθεση ενίσχυσης του κύρους και της ανεξαρτησίας του θεσμού. Η αποσύνδεση της εκλογής από τη διάλυση της Βουλής έχει ήδη γίνει· όσα συζητούνται πλέον μοιάζουν περισσότερο με θεσμικό «λίφτινγκ» παρά με βαθιά τομή.

Περιβάλλον και Δικαιοσύνη: λόγια χωρίς αξιοπιστία

Ιδιαίτερη καχυποψία προκαλεί η κυβερνητική ρητορική για την προστασία του περιβάλλοντος. Η επίκληση του άρθρου 24 έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το μέχρι σήμερα έργο της κυβέρνησης, η οποία έχει κατηγορηθεί επανειλημμένα για νομοθετικές παρεμβάσεις που αποδυναμώνουν την προστασία δασών και φυσικών εκτάσεων στο όνομα της «ανάπτυξης». Η συζήτηση για συνταγματική θωράκιση μοιάζει κενή περιεχομένου όταν δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη πολιτική βούληση στην πράξη.

Στον τομέα της Δικαιοσύνης, οι προτάσεις για την επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων και για το όριο ηλικίας των δικαστών εγείρουν εύλογες ανησυχίες. Η κυβέρνηση που κατηγορείται συχνά για παρεμβάσεις και πιέσεις στη Δικαιοσύνη δύσκολα πείθει ότι επιδιώκει πραγματική ανεξαρτησία των θεσμών και όχι μεγαλύτερο έλεγχο.

Μια αναθεώρηση με πολιτικό πρόσημο

Η Συνταγματική Αναθεώρηση εξελίσσεται, τελικά, όχι σε μια ώριμη εθνική διαδικασία, αλλά σε ένα πολιτικό «πόκερ» με ξεκάθαρο παίκτη τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Η κυβέρνηση προσπαθεί να εμφανίσει τον εαυτό της ως δύναμη εκσυγχρονισμού, μεταθέτοντας τις ευθύνες στην αντιπολίτευση, ενώ στην ουσία επιδιώκει να αποτυπώσει στο Σύνταγμα τη δική της ιδεολογική σφραγίδα.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξουν συναινέσεις, αλλά αν αυτές θα βασίζονται σε πραγματικό θεσμικό όραμα ή σε πολιτικούς εκβιασμούς και επικοινωνιακά παιχνίδια. Με τα μέχρι τώρα δεδομένα, η κυβέρνηση δείχνει περισσότερο πρόθυμη να εργαλειοποιήσει το Σύνταγμα παρά να το υπηρετήσει. Και αυτό καθιστά τη διαδικασία όχι απλώς προβληματική, αλλά επικίνδυνη για τη θεσμική ποιότητα της δημοκρατίας.

ΚΟΙΝΟΠΟΗΣΗ:

Leave a Response