Περίπου 1,2 εκατ. ευρώ είχε καταφέρει να ανακτήσει το Δημόσιο έως τον Ιανουάριο του 2026 από αχρεωστήτως καταβληθείσες αγροτικές ενισχύσεις, ένα ποσό που μόνο ως σταγόνα στον ωκεανό μπορεί να χαρακτηριστεί μπροστά στο εύρος του προβλήματος. Συγκεκριμένα, το ποσό ανερχόταν στα 1.199.149,87 ευρώ, όπως είχε αναφέρει ο υφυπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Γιώργος Κώτσηρας, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Χάρης Μαμουλάκης.
Τα χρήματα αυτά προέρχονται από ενισχύσεις που καταβλήθηκαν σε παραγωγούς χωρίς να τις δικαιούνται, με τις υπηρεσίες της ΑΑΔΕ – στην οποία υπάγεται πλέον και ο ΟΠΕΚΕΠΕ – να προχωρούν στην ανάκτησή τους. Ωστόσο, η εικόνα που προκύπτει προκαλεί σοβαρά ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα και την πολιτική βούληση της κυβέρνησης.
Από τα 1.079 ΑΦΜ που βρίσκονται υπό διερεύνηση από τον αρμόδιο εισαγγελέα, μόλις 462 είχαν καταγραφεί ως οφειλέτες έως το τέλος του 2025. Δηλαδή, ένα μεγάλο μέρος των περιπτώσεων παραμένει ουσιαστικά «παγωμένο», την ώρα που το Δημόσιο εμφανίζεται ανίκανο να ανακτήσει χρήματα που δεν έπρεπε ποτέ να έχουν δοθεί. Αντί για αποφασιστικές κινήσεις, παρατηρείται μια αργή, γραφειοκρατική διαδικασία που δημιουργεί εύλογες υποψίες αδράνειας.
Το ζήτημα αναμένεται να επανέλθει σύντομα στη Βουλή, με νέα ερώτηση που προγραμματίζεται να κατατεθεί, προκειμένου να αποσαφηνιστεί τι έχει συμβεί μέσα στο 2026 και αν πράγματι έχουν αυξηθεί οι εισπράξεις. Ωστόσο, ακόμη και αν το ποσό έχει μεγαλώσει, το βασικό ερώτημα παραμένει: γιατί η ανάκτηση των χρημάτων προχωρά με τόσο αργούς ρυθμούς;
Την ίδια στιγμή, η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο προβληματική λόγω των αντιδράσεων των παραγωγών. Οι κλήσεις για το έτος 2023 έχουν αυξηθεί, όμως οι ίδιοι καταγγέλλουν ότι δεν ενημερώνονται καν για το ποιο αγροτεμάχιο παρουσιάζει πρόβλημα. Πρόκειται για μια διαδικασία αδιαφανή, που όχι μόνο δεν αποδίδει δικαιοσύνη, αλλά δημιουργεί και αίσθημα αυθαιρεσίας.
Ακόμη πιο εξοργιστικό είναι το γεγονός ότι, ενώ δίνεται η δυνατότητα ένστασης, αυτή λειτουργεί αποτρεπτικά: όποιος τολμήσει να προσφύγει, τίθεται αυτομάτως σε έλεγχο και κινδυνεύει να χάσει το σύνολο των ενισχύσεων του τρέχοντος έτους. Με άλλα λόγια, το σύστημα τιμωρεί εκείνους που προσπαθούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, αντί να στοχεύει ξεκάθαρα στους πραγματικούς παραβάτες.
Η επίσημη διαδικασία περιλαμβάνει πρόσκληση για παροχή εξηγήσεων, σύνταξη έκθεσης ελέγχου και, στη συνέχεια, την έναρξη της διαδικασίας επιστροφής των ποσών. Όλα αυτά γίνονται ανά παραγωγό, ανά έτος και ανά καθεστώς ενισχύσεων, με συγκεκριμένα βήματα και προθεσμίες. Στην πράξη όμως, το σύστημα δείχνει να λειτουργεί με ρυθμούς που δεν ανταποκρίνονται στη σοβαρότητα της υπόθεσης.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι βαθιά προβληματική: από τη μία πλευρά, το κράτος δεν καταφέρνει να ανακτήσει αποτελεσματικά χρήματα που καταβλήθηκαν παράνομα και από την άλλη εφαρμόζει διαδικασίες που επιβαρύνουν τους ίδιους τους παραγωγούς, δημιουργώντας αίσθημα αδικίας. Αντί για μια στοχευμένη και δίκαιη πολιτική, παρατηρείται μια διαχείριση που μοιάζει πρόχειρη, αργή και ενίοτε τιμωρητική για τους λάθος ανθρώπους.
Σε τελική ανάλυση, το πρόβλημα δεν είναι μόνο τεχνικό ή γραφειοκρατικό. Είναι βαθιά πολιτικό: όταν δεν υπάρχει αποφασιστικότητα για την ανάκτηση των «κλεμμένων», το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι η ατιμωρησία μπορεί να συνεχιστεί. Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο της υπόθεσης.






Μην φοβαστε παλι εμεις θα τα πληρωσουμε κλασσικα οπως παντα ΝΔ δεν αλλαζει οπως παλια.
Θα πληρώσουν τα πρόστιμα της ΕΕ