Η εκρηκτική κερδοφορία των τεσσάρων συστημικών τραπεζών (Εθνική, Alpha Bank, Eurobank, Πειραιώς) δεν αποτελεί παράγωγο κάποιας επιχειρηματικής καινοτομίας, αλλά αποτέλεσμα μιας επιθετικής στρατηγικής σε βάρος της κοινωνίας. Οδεύοντας προς νέο ιστορικό ρεκόρ κερδών για το 2026, έχοντας ήδη ξεπεράσει τα 2,5 δισ. ευρώ στο πρώτο εξάμηνο σε συνέχεια των 4,63 δισ. ευρώ του 2025, οι διοικήσεις των ιδρυμάτων επιδεικνύουν μια προκλητική αδιαφορία για την ποιότητα εξυπηρέτησης των πολιτών. Η κερδοφορία αυτή τροφοδοτείται από τη διατήρηση σκανδαλωδώς χαμηλών επιτοκίων καταθέσεων σε σύγκριση με τα υψηλά επιτόκια δανεισμού, διαμορφώνοντας μία από τις μεγαλύτερες ψαλίδες στην Ευρώπη, αλλά και από τη βίαιη συμπίεση του λειτουργικού κόστους.
Η τακτική των διοικήσεων επικεντρώνεται στη συρρίκνωση του φυσικού δικτύου και στην τεχνητή απώθηση των πελατών από τα γκισέ. Με περιορισμένα και ασύμβατα ωράρια συναλλαγών σε μετρητά και με συνεχείς πιέσεις από το προσωπικό προς τους πολίτες να χρησιμοποιούν αυτόματα μηχανήματα, τα καταστήματα μετατρέπονται από σημεία εξυπηρέτησης σε εμπόδια. Η δραματική μείωση των καταστημάτων κατά 67% από το 2008 μέχρι τα 1.352 καταστήματα του 2025, σε συνδυασμό με τη διαχρονική απώλεια του 39% των θέσεων εργασίας την τελευταία δεκαετία, αποδεικνύει ότι οι τράπεζες αντιμετωπίζουν τους πελάτες ως βάρος και όχι ως πηγή των εσόδων τους. Η οριακή αύξηση του προσωπικού το 2025 κατά 1,84% διοχετεύτηκε αποκλειστικά στα ψηφιακά κανάλια, επιβεβαιώνοντας την απόφαση εγκατάλειψης της φυσικής παρουσίας.
Αυτή η πολιτική έχει ιδιαίτερα καταστροφικές συνέπειες στην ελληνική περιφέρεια, όπου το κλείσιμο καταστημάτων και η απομάκρυνση ΑΤΜ δημιουργούν συνθήκες χρηματοπιστωτικού αποκλεισμού. Οι ιδέες για μεταφορά της παροχής μετρητών σε μπακάλικα και καφενεία μέσω POS συνιστούν ομολογία αποτυχίας και μια φθηνή απόσειση ευθυνών από τις διοικήσεις, οι οποίες απαιτούν από τους τοπικούς επαγγελματίες να εκτελούν χρέη τραπεζίτη χωρίς καμία υποδομή. Την ίδια στιγμή, ο δείκτης λειτουργικού κόστους προς έσοδα έχει υποχωρήσει στο 36,98%, όντας ο δεύτερος χαμηλότερος στην ευρωζώνη, την ώρα που ο ευρωπαϊκός μέσος όρος βρίσκεται στο 52,96%.
Το πλέον προκλητικό στοιχείο της στρατηγικής των διοικήσεων είναι η πλήρης αδιαφορία για τις πραγματικές δυνατότητες της ελληνικής κοινωνίας. Όταν μόλις το 50,96% του πληθυσμού διαθέτει βασικές ψηφιακές δεξιότητες και το ποσοστό αυτό καταρακυλώνει στο 13% για τις ηλικίες 65-74 ετών, η βίαιη μετάβαση στην αμιγώς ψηφιακή τραπεζική αποκλείει ουσιαστικά ένα τεράστιο τμήμα των πολιτών από βασικές χρηματοοικονομικές υπηρεσίες. Καλυμμένες πίσω από ένα ολιγοπωλιακό περιβάλλον, όπου οι πέντε μεγαλύτερες τράπεζες ελέγχουν το 95,2% του ενεργητικού έναντι 69,3% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι διοικήσεις λειτουργούν χωρίς τον φόβο του ανταγωνισμού, αγνοώντας τις χιλιάδες καταγγελίες καταναλωτών για καταχρηστικές χρεώσεις και εισπράττοντας υπερκέρδη από μια εγκλωβισμένη πελατεία.






