Σε μια συνέντευξη που προκαλεί έντονο προβληματισμό, ο Σάι Γκαλ, ιδρυτής και επικεφαλής της στρατηγικής πρακτικής Line of State και πρώην αντιπρόεδρος Εξωτερικών Σχέσεων της Israel Aerospace Industries, περιγράφει την Τουρκία ως μια πολύ πιο σύνθετη και μακροπρόθεσμη πρόκληση από εκείνη του Ιράν. Η προειδοποίησή του δεν αφορά μόνο το Ισραήλ. Αγγίζει ευθέως την Ελλάδα και την Κύπρο, σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση Μητσοτάκη εξακολουθεί να επενδύει στη διπλωματική διαχείριση και στους διαύλους επικοινωνίας με την Άγκυρα, χωρίς να έχει πείσει ότι διαθέτει μια συνολική, αυτόνομη και μακροπρόθεσμη στρατηγική αποτροπής.
Κατά τον Γκαλ, το πρόβλημα με την Τουρκία βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι η Άγκυρα δεν λειτουργεί ως ένας εξωτερικός αντίπαλος του δυτικού συστήματος. Παραμένει στο ΝΑΤΟ, αξιοποιεί δυτικές αγορές, τεχνολογία, χρηματοδότηση και πολιτική πρόσβαση, ενώ ταυτόχρονα οικοδομεί τη δική της στρατιωτική και γεωπολιτική αυτονομία. Με άλλα λόγια, η Τουρκία ενισχύεται μέσα από το ίδιο το σύστημα που υποτίθεται ότι θα έπρεπε να περιορίζει τις επικίνδυνες φιλοδοξίες της.
Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο ερώτημα για την Αθήνα: τι ακριβώς κάνει η ελληνική κυβέρνηση απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα;
Η τουρκική στρατιωτική και γεωπολιτική παρουσία έχει πλέον ξεπεράσει κατά πολύ τα όρια της Ανατολίας. Συρία, κατεχόμενη βόρεια Κύπρος, Λιβύη και Σομαλία αποτελούν κρίκους ενός ευρύτερου δικτύου στρατιωτικής παρουσίας, πρόσβασης, logistics και πληροφοριών. Παράλληλα, η Άγκυρα επενδύει συστηματικά στην εγχώρια αμυντική βιομηχανία, στα μη επανδρωμένα συστήματα, στους πυραύλους, στη ναυτική ισχύ και στις αεροδιαστημικές δυνατότητες, επιδιώκοντας να μειώσει την εξάρτησή της από ξένους προμηθευτές και να αποκτήσει μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η Αθήνα εξακολουθεί να παρουσιάζει σχεδόν κάθε περίοδο σχετικής ύφεσης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις ως στρατηγική επιτυχία. Όμως η «ηρεμία» δεν σημαίνει απαραίτητα αποκλιμάκωση. Μπορεί να σημαίνει και κάτι πολύ πιο επικίνδυνο: ότι ο ένας οικοδομεί ισχύ ενώ ο άλλος εφησυχάζει.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει επενδύσει πολιτικά στη λογική του διαλόγου, των διαύλων επικοινωνίας και των συναντήσεων κορυφής. Όλα αυτά είναι χρήσιμα όταν συνοδεύονται από ισχυρή αποτροπή. Χωρίς αυτήν, όμως, υπάρχει ο κίνδυνος να μετατραπούν σε μια διαρκή προσπάθεια αγοράς χρόνου, ενώ η άλλη πλευρά αξιοποιεί τον ίδιο χρόνο για να ενισχύεται.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η κατάσταση στην Κύπρο. Η κατεχόμενη βόρεια Κύπρος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια στατική, «παγωμένη» σύγκρουση. Η τουρκική στρατιωτική παρουσία στο νησί αποτελεί μόνιμο παράγοντα ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο και προσφέρει στην Άγκυρα ένα στρατηγικό προγεφύρωμα σε μια περιοχή που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη γεωπολιτική και ενεργειακή σημασία.
Και εδώ η ελληνική κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με μια δυσάρεστη αλήθεια: η Κυπριακή Δημοκρατία δεν μπορεί να αποτελεί απλώς αντικείμενο δηλώσεων συμπαράστασης. Η Αθήνα οφείλει να αντιμετωπίζει την ασφάλεια της Κύπρου ως άμεσο τμήμα της ελληνικής στρατηγικής ασφάλειας. Όχι μόνο με λόγια, αλλά με πραγματικές δυνατότητες.
Το ίδιο ισχύει και για την τριμερή συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ. Οι κοινές ασκήσεις, οι συναντήσεις υπουργών και οι ανταλλαγές πληροφοριών έχουν αξία, αλλά από μόνες τους δεν συνιστούν αποτροπή. Αποτροπή σημαίνει δυνατότητα κοινής αντίδρασης πριν ο αντίπαλος εκμεταλλευτεί τον δισταγμό. Σημαίνει ότι Αθήνα, Λευκωσία και Ιερουσαλήμ πρέπει να μπορούν να αντιλαμβάνονται έγκαιρα μια απειλή, να συντονίζονται και να διαθέτουν τις απαιτούμενες επιχειρησιακές δυνατότητες χωρίς να περιμένουν κάθε φορά από τρίτους να αποφασίσουν για λογαριασμό τους.
Κι εδώ ακριβώς δοκιμάζεται ένα από τα πιο βολικά αφηγήματα της κυβέρνησης Μητσοτάκη: ότι η στενή σχέση με την Ουάσιγκτον και η συμμετοχή της Ελλάδας σε ένα πυκνό πλέγμα διεθνών συμμαχιών αρκούν για να εξασφαλίσουν την ελληνική ασφάλεια.
Δεν αρκούν.
Η αμερικανική υποστήριξη είναι σημαντική, όπως σημαντική είναι και η συμμετοχή στην ευρωπαϊκή και νατοϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας. Καμία όμως συμμαχία δεν μπορεί να αποτελέσει υποκατάστατο της ίδιας της ελληνικής στρατηγικής. Σε μια κρίσιμη στιγμή, κάθε χώρα πρωτίστως υπερασπίζεται τα δικά της συμφέροντα.
Στο ίδιο πλαίσιο αποκτά σημασία και η ευρωπαϊκή ρήτρα αμοιβαίας άμυνας του άρθρου 42(7) της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο τι κάνει η Τουρκία. Είναι και τι κάνει η Ελλάδα με τα εργαλεία που διαθέτει.
Γιατί μια χώρα δεν μπορεί να επικαλείται διαρκώς την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, την αμερικανική στήριξη και τις διεθνείς συμμαχίες, την ώρα που αποφεύγει να θέσει με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια το ζήτημα της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας στην Κύπρο και των τουρκικών διεκδικήσεων στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η εξωτερική πολιτική δεν είναι διαγωνισμός δημοσίων σχέσεων και η αποτροπή δεν χτίζεται με φωτογραφίες από διεθνείς συναντήσεις.
Ο Γκαλ υποστηρίζει ότι ο Ερντογάν δεν δημιούργησε από το μηδέν τις βασικές στρατηγικές επιδιώξεις της Τουρκίας. Τις έκανε πιο έντονες, πιο προσωποποιημένες και πιο ξεκάθαρες. Η στρατηγική αυτονομία, η περιφερειακή πρωτοκαθεδρία, η Κύπρος, το Αιγαίο και η αντίσταση σε εξωτερικούς περιορισμούς αποτελούν, σύμφωνα με αυτή την ανάλυση, στοιχεία μιας ευρύτερης συνέχειας της τουρκικής κρατικής στρατηγικής.
Αυτό σημαίνει ότι η Αθήνα δεν μπορεί να περιμένει απλώς την αλλαγή προσώπων στην Άγκυρα. Ούτε μπορεί να στοιχηματίζει ότι μετά τον Ερντογάν θα εμφανιστεί μια Τουρκία πρόθυμη να εγκαταλείψει τα πλεονεκτήματα που έχει ήδη αποκτήσει.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο ο Ερντογάν. Είναι η ίδια η τουρκική στρατηγική.
Και απέναντι σε μια στρατηγική δεν απαντάς με ευχολόγια.
Η πιο σκληρή κριτική που μπορεί να ασκηθεί στην κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν είναι ότι δεν αντιλαμβάνεται την τουρκική απειλή. Είναι ότι, παρά τις διαρκείς προειδοποιήσεις και παρά τα σημαντικά εξοπλιστικά προγράμματα, δεν έχει καταφέρει να μετατρέψει την αναγνώριση του κινδύνου σε μια ολοκληρωμένη και πραγματικά αυτόνομη εθνική στρατηγική αποτροπής.
Η Ελλάδα αγοράζει οπλικά συστήματα, ενισχύει τις Ένοπλες Δυνάμεις και αναπτύσσει σημαντικές διεθνείς συνεργασίες. Όμως η πραγματική αποτροπή δεν μετριέται μόνο σε εξοπλιστικά προγράμματα. Μετριέται στην πολιτική βούληση, στην ταχύτητα λήψης αποφάσεων και κυρίως στην πεποίθηση του αντιπάλου ότι οποιαδήποτε επιθετική κίνηση θα έχει άμεσο και δυσβάσταχτο κόστος.
Μετριέται, πάνω απ’ όλα, στο εάν η χώρα έχει αποφασίσει τι ακριβώς υπερασπίζεται και μέχρι πού είναι διατεθειμένη να φτάσει για να το υπερασπιστεί.
Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να πιστεύει ότι η Τουρκία θα αυτοπεριοριστεί επειδή υπάρχει διάλογος. Δεν έχει την πολυτέλεια να θεωρεί ότι οι συμμαχίες θα λύσουν αυτόματα κάθε κρίση. Και δεν έχει την πολυτέλεια να μετατρέπει την εξωτερική πολιτική σε διαχείριση εντυπώσεων.
Η Τουρκία χτίζει δυνατότητες για την επόμενη δεκαετία. Η Ελλάδα πρέπει να αποφασίσει αν θα κάνει το ίδιο ή αν θα συνεχίσει να περιμένει την επόμενη δήλωση καλής θέλησης, την επόμενη σύνοδο κορυφής και την επόμενη διαβεβαίωση των συμμάχων.
Γιατί, όπως προκύπτει και από τη σκληρή ανάλυση του Γκαλ, η κυριαρχία δεν διατηρείται από μόνη της. Χρειάζεται ισχύ, σχέδιο και πολιτική βούληση. Και όσο η Άγκυρα μετατρέπει τη γεωγραφία της Ανατολικής Μεσογείου σε δίκτυο στρατιωτικών και γεωπολιτικών πλεονεκτημάτων, η Αθήνα δεν έχει πλέον το δικαίωμα να συμπεριφέρεται σαν να πρόκειται απλώς για ακόμη έναν γύρο ελληνοτουρκικής διπλωματικής διαχείρισης.
Γιατί όταν ο αντίπαλος χτίζει αποτροπή και εσύ χτίζεις μόνο καθησυχασμό, κάποια στιγμή η διαφορά γίνεται επικίνδυνη.






