Η κυβερνητική ολιγωρία και η ασύδοτη κερδοσκοπία των ασφαλιστικών εταιρειών έχουν δημιουργήσει ένα εκρηκτικό μείγμα, μετατρέποντας την ιδιωτική ασφάλιση υγείας σε απρόσιτη πολυτέλεια για χιλιάδες πολίτες. Σε μια περίοδο που η γενικευμένη ακρίβεια σαρώνει τα εισοδήματα και το κόστος ζωής έχει γίνει πλέον δυσβάστακτο για τη μέση ελληνική οικογένεια, οι καταναλωτές έρχονται αντιμέτωποι με ένα ακόμη κύμα ανεξέλεγκτων ανατιμήσεων, αυτή τη φορά στα συμβόλαια υγείας τους. Το υπουργείο Ανάπτυξης αποδεικνύεται για άλλη μια φορά ανίκανο να προστατεύσει τους πολίτες, καθώς ο νέος μηχανισμός αναπροσαρμογής που είχε τυμπανοκρουστεί ήδη από το 2025 παραμένει στα χαρτιά. Παρά τις υποσχέσεις ότι το νέο πλαίσιο θα ίσχυε από τις αρχές του 2026, η ΕΛΣΤΑΤ, υπό τη νέα της διοίκηση, δεν έχει καν δημοσιοποιήσει τον Ετήσιο Δείκτη Αναπροσαρμογής Ασφαλίστρων. Αυτή η σκόπιμη ή μη κυβερνητική κωλυσιεργία έχει αφήσει το πεδίο ελεύθερο στις ασφαλιστικές εταιρείες να λειτουργούν σε καθεστώς απόλυτης αδιαφάνειας, εφαρμόζοντας αυθαίρετες δικές τους μεθόδους για να δικαιολογήσουν τις εξωφρενικές αυξήσεις τους.
Οι ασφαλιστικές εταιρείες, εκμεταλλευόμενες το θεσμικό κενό και την κυβερνητική ανοχή, προχωρούν σε προκλητικές αυξήσεις που ξεπερνούν κάθε έννοια λογικής και κοινωνικής ευαισθησίας. Ενώ ο υπουργός Ανάπτυξης, Τάκης Θεοδωρικάκος, αρκέστηκε σε ανώδυνες «δημόσιες συστάσεις» για συγκράτηση των ανατιμήσεων στο 7%, η αγορά τον αγνόησε επιδεικτικά. Οι αυξήσεις στα περισσότερα προγράμματα κυμαίνονται από 4% έως 9%, στα ισόβια συμβόλαια ξεπερνούν το 10%, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις αγγίζουν το προκλητικό 14%. Στο επίκεντρο των αντιδράσεων βρέθηκε η NN Hellas, η οποία, σύμφωνα με επίσημη καταγγελία και εξώδικο της ΕΚΠΟΙΖΩ, επέβαλε από την 1η Ιουνίου αυξήσεις έως και 13% στα μακροχρόνια συμβόλαια. Το πιο απάνθρωπο πρόσωπο της εταιρικής απληστίας αποκαλύπτεται στις περιπτώσεις ηλικιωμένων ασφαλισμένων κοντά στα 70 έτη, οι οποίοι βλέπουν τις επιβαρύνσεις τους να εκτοξεύονται στο 30%, την ίδια ώρα που η εταιρεία οχυρώνεται πίσω από γενικόλογες δικαιολογίες περί αυξημένου κόστους υγείας και δημογραφικών μεταβολών.
Η κατάσταση αυτή δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά τον κανόνα για το σύνολο σχεδόν των μεγάλων παικτών της αγοράς. Η Ergo εφαρμόζει ανατιμήσεις έως 14% σε νοσοκομειακά προγράμματα, η Allianz φτάνει το 10,8%, η Εθνική Ασφαλιστική το 12%, ενώ οι Generali και Interamerican κινούνται σταθερά κοντά στο 10%, με μοναδική Groupama να περιορίζεται στο 5%. Οι καταναλωτικές οργανώσεις ξεσκεπάζουν τα προσχήματα των εταιρειών, επισημαίνοντας ότι οι αυξήσεις που επιβάλλονται στα ασφάλιστρα είναι δυσανάλογα υψηλότερες από την όποια αύξηση καταγράφεται στις αποζημιώσεις που δίνονται. Οι εταιρείες επικαλούνται ψευδεπίγραφα έναν δείκτη της ΕΛΣΤΑΤ που δεν έχει καν θεσμοθετηθεί ή δημοσιευθεί, επιβεβαιώνοντας ότι λειτουργούν σε ένα καθεστώς πλήρους αυθαιρεσίας.
Τα μεγαλύτερα θύματα αυτού του κυβερνητικού και εταιρικού εμπαιγμού είναι οι κάτοχοι ισόβιων και μακροχρόνιων συμβολαίων. Πρόκειται για ανθρώπους που πληρώνουν τις εισφορές τους για δεκαετίες και σήμερα, σε προχωρημένη ηλικία, βρίσκονται εγκλωβισμένοι. Η αλλαγή ασφαλιστικής εταιρείας είναι γι’ αυτούς αδύνατη ή οικονομικά απαγορευτική λόγω ηλικίας ή προϋπαρχουσών παθήσεων. Η κυβέρνηση, αφήνοντας ανενεργό το μοναδικό εργαλείο που θα έβαζε τάξη στις ανατιμήσεις, γίνεται άμεσος συνεργός στον οικονομικό στραγγαλισμό αυτών των πολιτών. Η εκκρεμότητα του δείκτη της ΕΛΣΤΑΤ δεν είναι απλώς ένα τεχνικό ζήτημα, αλλά μια κρατική αποτυχία που επιτρέπει στις ασφαλιστικές να μετατρέπουν την ανάγκη για περίθαλψη σε ένα στυγνό πεδίο αισχροκέρδειας, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο τη ήδη εξαθλιωμένη καθημερινότητα των καταναλωτών.







Ολοι αυτοι ειχαν κλεμενα λεφτα να επενδυσουν για να ειναι ασφαλεις και ψηφιζαν σταθεροτητα. Παρτε ασφαλεια τωρα.