Η εικόνα των Ενόπλων Δυνάμεων δεν αφήνει περιθώρια εφησυχασμού. Ένα βαθύ, ανησυχητικό κενό στελέχωσης μεγαλώνει σιωπηλά και συστηματικά, καθώς ολοένα και περισσότεροι νέοι βρίσκουν τρόπους να αποφύγουν τη θητεία. Την ώρα που οι εξωτερικές απειλές δεν επιτρέπουν αδυναμίες, η χώρα κινδυνεύει να βρεθεί με υπερσύγχρονα οπλικά συστήματα — αλλά χωρίς αρκετούς ανθρώπους για να τα επανδρώσουν. Το πρόβλημα δεν είναι πια θεωρητικό. Είναι υπαρκτό, πιεστικό και υπονομεύει τον ίδιο τον πυρήνα της εθνικής ασφάλειας.
Παρά τις τεράστιες επενδύσεις σε φρεγάτες τελευταίας γενιάς, προηγμένα μαχητικά, drones και υποβρύχια, ο ανθρώπινος παράγοντας παραμένει το πιο αδύναμο σημείο. Δεν πρόκειται μόνο για δημογραφική φθορά. Πρόκειται για μια κουλτούρα αποφυγής, όπου η υποχρέωση προς την πατρίδα παρουσιάζεται ως βάρος — και για πολλούς, ως κάτι από το οποίο μπορεί κανείς να «ξεφύγει» με μερικά χαρτιά και τις κατάλληλες γνωριμίες. Έτσι, η θητεία μετατρέπεται σταδιακά σε μια άνιση υποχρέωση που βαραίνει όσους δεν έχουν «μέσο», ενώ οι υπόλοιποι βρίσκουν διόδους διαφυγής.
Η πραγματικότητα είναι ωμή: ο αριθμός των απαλλαγών κατηγορίας Ι5 ισοδυναμεί με το ανθρώπινο δυναμικό περίπου είκοσι ολόκληρων ταξιαρχιών. Πρόκειται για μονάδες που υπάρχουν μόνο στα στατιστικά, όχι όμως στην πραγματικότητα. Ενώ φυσικά υπάρχουν πολίτες με απολύτως πραγματικά προβλήματα υγείας, το σύστημα έχει εξελιχθεί σε ένα μηχανισμό που επιτρέπει σε πολλούς να απαλλαγούν χωρίς ουσιαστικό λόγο. Η απόφαση «ακατάλληλος για θητεία» έχει μετατραπεί σε εργαλείο διευκόλυνσης και όχι σε αυστηρό ιατρικό κριτήριο.
Ο χαρακτηρισμός Ι5, που υποτίθεται ότι προορίζεται για περιπτώσεις οριστικής ακαταλληλότητας ακόμη και σε περίοδο επιστράτευσης, έχει κακοποιηθεί. Για αρκετούς αποτελεί απλώς το «χρυσό εισιτήριο» για μια ζωή χωρίς στρατιωτικές υποχρεώσεις. Αυτό αφήνει μονάδες υποστελεχωμένες, υπηρεσίες που λειτουργούν στο όριο και ένα στράτευμα που βασίζεται σε λιγότερους ανθρώπους απ’ όσους απαιτούν οι ανάγκες της χώρας. Κι όμως, το φαινόμενο αντιμετωπίζεται πολλές φορές σαν μια ενοχλητική λεπτομέρεια — ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για στρατηγική τρύπα τεραστίων διαστάσεων.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Περίπου 60.000 νέοι λείπουν από το στράτευμα — αριθμός που αντιστοιχεί σε ολόκληρο σώμα στρατού. Κάποιοι ζουν μόνιμα στο εξωτερικό, άλλοι επικαλούνται ψυχολογικές δυσκολίες, ενώ δεν λείπουν εκείνοι που, απλά, δεν παρουσιάζονται ποτέ. Και πίσω από σημαντικό μέρος αυτής της πραγματικότητας διακρίνεται κάτι που όλοι γνωρίζουμε, αλλά σπάνια λέγεται ανοιχτά: βύσματα, ευνοϊκές «γνωματεύσεις», διευθετήσεις κάτω από το τραπέζι. Ένα παρασκηνιακό σύστημα που επιτρέπει σε ορισμένους να αποφεύγουν αυτό που οι υπόλοιποι καλούνται να υπηρετήσουν.
Μέσα σε μόλις τρία χρόνια, δεκάδες χιλιάδες νέοι δήλωσαν ψυχολογικούς λόγους για να απαλλαγούν, ενώ χιλιάδες άλλοι χαρακτηρίστηκαν ανυπότακτοι στο εξωτερικό. Κατά μέσο όρο, πάνω από 23.000 άνθρωποι ετησίως μένουν εκτός στρατεύματος. Και δεν μιλάμε για όσους έχουν δικαιολογημένες, νόμιμες αναβολές, αλλά για όσους επέλεξαν συνειδητά τον δρόμο της αποφυγής. Οι αριθμοί δεν επιδέχονται ωραιοποίηση: σχηματίζουν μια εικόνα συστηματικής αποδυνάμωσης.
Το πιο ανησυχητικό, όμως, είναι ότι περίπου επτά στις δέκα απαλλαγές συνδέονται με «ψυχικά» αίτια. Εκεί γεννιέται το μεγάλο ερώτημα: εξετάζονται πραγματικά με αυστηρότητα όλες αυτές οι περιπτώσεις ή απλώς εγκρίνονται; Υπάρχει αντικειμενικότητα ή το σύστημα λειτουργεί ως μηχανισμός κατοχύρωσης προαποφασισμένων αποτελεσμάτων; Όταν ένα τόσο κρίσιμο εργαλείο αξιολόγησης χάνει την αξιοπιστία του, το αποτέλεσμα είναι ένα: η εμπιστοσύνη διαλύεται — και μαζί της, η αίσθηση δικαιοσύνης.
Σε αυτό το σημείο, το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας δεν μπορεί να μένει στο απυρόβλητο. Η απουσία αυστηρού ελέγχου, η έλλειψη διαφάνειας στις υγειονομικές επιτροπές και η καθυστερημένη αντίδραση σε ένα πρόβλημα γνωστό εδώ και χρόνια, συνιστούν σοβαρή θεσμική αποτυχία. Όταν οι πολίτες αντιλαμβάνονται ότι «όποιος έχει άκρες, απαλλάσσεται», το μήνυμα που περνάει είναι ξεκάθαρο: η ισονομία γίνεται προαιρετική, το καθήκον μετατρέπεται σε προσωπική επιλογή.
Έτσι, η θητεία παύει να είναι κοινή ευθύνη και εξελίσσεται σε ανισότητα. Κάποιοι υπηρετούν, άλλοι προστατεύονται πίσω από διασυνδέσεις και ασαφείς γνωματεύσεις. Το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο επιχειρησιακό — είναι και ηθικό. Διαβρώνει το φρόνημα, καλλιεργεί κυνισμό, υπονομεύει το αίσθημα ότι όλοι συνεισφέρουν εξίσου στην άμυνα της χώρας. Και αυτή η διάβρωση είναι, συχνά, πιο επικίνδυνη από οποιοδήποτε υλικό έλλειμμα.
Οι πρόσφατες εξαγγελίες για αυστηρότερα κριτήρια απαλλαγής, αυστηρότερο έλεγχο και τέλος στις «θολές» γνωματεύσεις είναι ένα βήμα — αλλά έρχονται καθυστερημένα. Χάθηκαν χρόνια, χάθηκε προσωπικό, χάθηκε εμπιστοσύνη. Αν δεν αποκατασταθεί η αξιοπιστία των διαδικασιών, αν δεν διασφαλιστεί ότι κάθε πολίτης αντιμετωπίζεται με τα ίδια ακριβώς μέτρα και σταθμά, το πρόβλημα θα συνεχίσει να διογκώνεται.
Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, απαιτείται ξεκάθαρη στάση: πραγματικές απαλλαγές μόνο για πραγματικά προβλήματα, αυστηρός έλεγχος χωρίς «παραθυράκια», και πλήρης διαφάνεια. Γιατί χωρίς δίκαιους κανόνες και χωρίς κοινή αίσθηση υποχρέωσης, το στράτευμα αποδυναμώνεται — και μαζί του, η αίσθηση ασφάλειας της ίδιας της χώρας. Και αυτό, αν αφεθεί να συνεχιστεί, δεν θα είναι απλώς διοικητική δυσλειτουργία. Θα είναι ένα ακριβό, επικίνδυνο λάθος με συνέπειες που μπορεί να φανούν όταν πλέον θα είναι πολύ αργά.






