Με μια ακόμη επίδειξη προκλητικότητας και απύθμενου θράσους, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επιχείρησε να εκβιάσει την ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο περιθώριο της Συνόδου του ΝΑΤΟ, απαιτώντας το «ξεπάγωμα» της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας. Εργαλειοποιώντας απροκάλυπτα τα γεωπολιτικά αδιέξοδα, ο Τούρκος Πρόεδρος έφτασε στο σημείο να κουνήσει το δάχτυλο στην Ευρώπη με τη σχεδόν απειλητική ρητορική του «από εμάς εξαρτάται η ασφάλειά σας», την ώρα που η Άγκυρα συνεχίζει να λειτουργεί ως ο μεγάλος ταραξίας της περιοχής. Στις συναντήσεις του με την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και τον Αντόνιο Κόστα, ο Ερντογάν δεν δίστασε να ζητήσει «τα πάντα όλα», από πλήρη επανεκκίνηση των διαπραγματεύσεων μέχρι στενότερη οικονομική προνομιακή μεταχείριση, παρουσιάζοντας προκλητικά την αναθεωρητική Τουρκία ως δήθεν «πυλώνα σταθερότητας» και «διαμεσολαβητή» στις κρίσεις της Ουκρανίας, της Γάζας και του Λιβάνου.
Ενώ, όμως, η Άγκυρα κλιμακώνει την επιθετική της διπλωματία και διεκδικεί αναβαθμισμένο ρόλο με όρους ισχύος, η στάση της ελληνικής κυβέρνησης προκαλεί έντονο προβληματισμό και σοβαρά ερωτήματα, καθώς για μια ακόμη φορά η Αθήνα επιλέγει τον ρόλο του παθητικού παρατηρητή. Εγκλωβισμένη σε μια πολιτική κατευνασμού και μιας δήθεν «ήρεμης περιόδου» που εξυπηρετεί αποκλειστικά τους τουρκικούς σχεδιασμούς, η ελληνική κυβέρνηση παρακολουθεί αμήχανα τον Ερντογάν να θέτει τους δικούς του όρους στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, χωρίς να προβάλλει σθεναρή αντίσταση ή να θέτει απαράβατες «κόκκινες γραμμές», όπως το Κυπριακό, η ασφάλεια στο Αιγαίο και ο σεβασμός του Διεθνούς Δικαίου, ως προϋπόθεση για οποιαδήποτε ευρωτουρκική συζήτηση.
Αυτή η εμμονή της Αθήνας να μην «ταράζει τα νερά» επιτρέπει στην Άγκυρα να ξεπλένει τις αναθεωρητικές της επιδιώξεις στις Βρυξέλλες και να εμφανίζεται ως απαραίτητος εταίρος της Δύσης, την ίδια στιγμή που υπονομεύει τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας και της Κύπρου. Η συνεχιζόμενη παθητικότητα της ελληνικής πλευράς όχι μόνο δεν ανακόπτει την τουρκική βουλιμία, αλλά αντίθετα ανοίγει τον δρόμο στον Ερντογάν να προωθεί την ατζέντα του ανενόχλητος, αφήνοντας την Ελλάδα διπλωματικά εκτεθειμένη απέναντι σε έναν μόνιμα επιθετικό γείτονα.






