Με μια εικόνα που θυμίζει «τουρισμό» και προκαλεί έντονο προβληματισμό για τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης, ο Κυριάκος Μητσοτάκης μεταβαίνει στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ χωρίς προγραμματισμένη συνάντηση ούτε με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ούτε με τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, σε μια περίοδο κατά την οποία οι γεωπολιτικές ισορροπίες στην περιοχή αλλάζουν και τα ζητήματα ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο παραμένουν ιδιαίτερα κρίσιμα.
Η συγκεκριμένη Σύνοδος του ΝΑΤΟ διεξάγεται σε μια από τις πιο καθοριστικές στιγμές για τη Συμμαχία των τελευταίων δεκαετιών, με επίκεντρο τις αμυντικές δαπάνες, τη νέα στρατηγική της Δύναμης, τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών και την αναδιαμόρφωση των ισορροπιών μεταξύ των συμμάχων. Ωστόσο, αντί η ελληνική πλευρά να εμφανίζεται με μια σαφή και δυναμική διπλωματική ατζέντα για την προάσπιση των εθνικών συμφερόντων, η παρουσία του πρωθυπουργού δίνει, σύμφωνα με τους επικριτές της κυβέρνησης, την εικόνα μιας χώρας που περιορίζεται στη διαχείριση εντυπώσεων.
Το βασικό «χαρτί» που μεταφέρει ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην Άγκυρα είναι η επίτευξη των στόχων για τις αμυντικές δαπάνες. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες του ΝΑΤΟ που έχουν ήδη προσεγγίσει ή ξεπεράσει τον νέο στόχο για αυξημένες επενδύσεις στην άμυνα, γεγονός που η κυβέρνηση παρουσιάζει ως σημαντικό πλεονέκτημα. Όμως, η εκπλήρωση των οικονομικών υποχρεώσεων προς τη Συμμαχία δεν αρκεί, όταν το μεγάλο ζητούμενο για την Ελλάδα είναι η πολιτική και διπλωματική αντιμετώπιση μιας χώρας-μέλους του ΝΑΤΟ που διατηρεί απειλή πολέμου εναντίον της.
Η Αθήνα, αντί να μετατρέψει τη Σύνοδο σε πεδίο σκληρής διπλωματικής μάχης για το Αιγαίο, την τουρκική προκλητικότητα, το casus belli και τις συνεχείς αμφισβητήσεις της Άγκυρας, εμφανίζεται να δίνει έμφαση σε συζητήσεις για επενδύσεις στον τομέα της άμυνας και στην ενίσχυση της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας. Ο πρωθυπουργός αναμένεται να πραγματοποιήσει επαφές με αντικείμενο αμυντικά προγράμματα και επενδυτικές ευκαιρίες, μια επιλογή που προκαλεί αντιδράσεις από όσους θεωρούν ότι η κορυφαία προτεραιότητα θα έπρεπε να είναι η άσκηση έντονης διπλωματικής πίεσης προς τους συμμάχους για την τουρκική επιθετικότητα.
Το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί η ελληνική κυβέρνηση δεν αξιοποιεί τη συγκεκριμένη συγκυρία για να θέσει στο ανώτατο επίπεδο το ζήτημα ότι η ασφάλεια της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ δεν μπορεί να διασφαλίζεται όταν ένα κράτος-μέλος απειλεί ένα άλλο κράτος-μέλος με πόλεμο και αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα. Η Ελλάδα μπορεί να επενδύει σημαντικά ποσά στην άμυνα, όμως η αποτροπή δεν στηρίζεται μόνο στα εξοπλιστικά προγράμματα, αλλά και στη διπλωματική ισχύ και στις συμμαχικές δεσμεύσεις.
Την ίδια στιγμή, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν προσέρχεται στη Σύνοδο με ξεκάθαρη στρατηγική και συγκεκριμένους στόχους. Η Άγκυρα επιχειρεί να αξιοποιήσει τη συγκυρία για να ενισχύσει τον ρόλο της στο ΝΑΤΟ και να αποκαταστήσει τις σχέσεις της με την Ουάσινγκτον, με κορυφαίο ζήτημα την πιθανή επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35.
Η απόκτηση ή η επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 θα αποτελούσε μια σημαντική εξέλιξη για τις στρατιωτικές ισορροπίες στην περιοχή. Τα μαχητικά πέμπτης γενιάς θα μπορούσαν να δώσουν στην Άγκυρα ένα σημαντικό τεχνολογικό πλεονέκτημα και να αλλάξουν τα δεδομένα στον αεροπορικό συσχετισμό δυνάμεων στο Αιγαίο. Για αυτόν τον λόγο, η ελληνική πλευρά παρακολουθεί με ιδιαίτερη ανησυχία τις κινήσεις του Τούρκου προέδρου και τις επαφές του με τον Ντόναλντ Τραμπ.
Σε αντίθεση με την ελληνική παρουσία, η τουρκική διπλωματία εμφανίζεται να κινείται με συγκεκριμένο σχέδιο, επιδιώκοντας ανταλλάγματα και δεσμεύσεις. Ο Ερντογάν επιχειρεί να αξιοποιήσει τη γεωπολιτική σημασία της Τουρκίας, τον μεγάλο στρατό της χώρας και τον ρόλο της στη Συμμαχία, ώστε να εξασφαλίσει οφέλη για την Άγκυρα.
Την ίδια στιγμή, στην Αθήνα υπάρχει ανησυχία για την προσπάθεια ευρωπαϊκών χωρών να εντάξουν την Τουρκία σε ευρύτερους αμυντικούς σχεδιασμούς της Ευρώπης. Παρά τις ελληνικές προσπάθειες να περιοριστεί η συμμετοχή της Άγκυρας σε συγκεκριμένα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία, αρκετές κυβερνήσεις εμφανίζονται θετικές σε μια μεγαλύτερη εμπλοκή της Τουρκίας λόγω του μεγέθους των ενόπλων δυνάμεών της και της αναπτυσσόμενης αμυντικής βιομηχανίας της.
Η Αθήνα, πάντως, θεωρεί ότι διαθέτει σημαντικά επιχειρήματα: το τουρκικό casus belli, η αναθεωρητική στρατηγική της «Γαλάζιας Πατρίδας», η στρατηγική σχέση Ελλάδας – Ισραήλ και η αναβαθμισμένη σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν βασικά στοιχεία της ελληνικής επιχειρηματολογίας. Ωστόσο, οι επικριτές της κυβέρνησης υποστηρίζουν ότι αυτά τα πλεονεκτήματα δεν αξιοποιούνται με την απαιτούμενη ένταση.
Η εικόνα της ελληνικής διπλωματίας προκαλεί έντονη πολιτική αντιπαράθεση, με την αντιπολίτευση και επικριτές της κυβέρνησης να υποστηρίζουν ότι υπό την ηγεσία του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη η χώρα ακολουθεί μια υπερβολικά ήπια γραμμή απέναντι στην Τουρκία. Οι επικριτές κάνουν λόγο για έλλειψη δυναμικών παρεμβάσεων και για μια διπλωματική πολιτική που δεν ανταποκρίνεται, όπως υποστηρίζουν, στο μέγεθος των προκλήσεων.
Για πολλούς, η εικόνα που εκπέμπει η Αθήνα στη συγκεκριμένη Σύνοδο είναι αυτή μιας χώρας που επενδύει στην άμυνα, αλλά δεν διεκδικεί με την ίδια αποφασιστικότητα στο διπλωματικό πεδίο. Σε μια στιγμή όπου η Τουρκία επιχειρεί να ενισχύσει τη θέση της και να αποκτήσει πρόσβαση σε κρίσιμες στρατιωτικές δυνατότητες, η Ελλάδα καλείται να αποδείξει ότι δεν είναι απλώς ένας συνεπής σύμμαχος που πληρώνει τις υποχρεώσεις του, αλλά ένας ενεργός παράγοντας που υπερασπίζεται με αποφασιστικότητα τα κυριαρχικά του δικαιώματα.
Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ δεν θα έπρεπε να αποτελεί μόνο μια ευκαιρία για συζητήσεις γύρω από επενδύσεις και εξοπλιστικά προγράμματα, αλλά ένα κρίσιμο πεδίο άσκησης σκληρής διπλωματίας για το Αιγαίο, την αποτροπή και την ασφάλεια της χώρας. Το αν η ελληνική κυβέρνηση θα καταφέρει να μετατρέψει την οικονομική της συνεισφορά στη Συμμαχία σε πραγματική πολιτική επιρροή παραμένει το μεγάλο ερώτημα.







στον τουρισμό
κανει τουρισμο , εχει διδακτορικο επανω στο συγκεκριμενο θεμα
Μα αναρωτιούνται κάποιοι γιατί δεν και δεν; Όταν έχεις σύμβουλο ασφαλείας έναν Ντοκο αυτό τα λέει όλα.