Ο καινοτόμος κανονισμός που εκτόξευσε την Premier League

Κοινοποίηση:
Premier League

Στην πρόσφατη έκθεση της Delloite τα νούμερα της Premier League ζαλίζουν. Το 2015/16 τα έσοδα έφτασαν στο ποσό-ρεκόρ των 3.6 δισεκατομμυρίων, καταγράφοντας άνοδο της τάξης του 9%. Κάθε ομάδα είχε έσοδα που κατά μέσο όρο ξεπερνούν εκείνα και των 22 συλλόγων τη σεζόν 1991/92!

Όταν η παλιά Division One έγινε Premier League, αρκετοί ήταν εκείνοι που πίστευαν πως πρόκειται για απλά ένα τέχνασμα, μια αλλαγή που επί της ουσίας δεν σημαίνει τίποτα. Ανάμεσά τους και ο Σερ Άλεξ Φέργκιουσον.

Ο «πόλεμος» μεταξύ Sky και ITV άλλαξε εντελώς τις ισορροπίες και έκανε το ποδόσφαιρο ένα τηλεοπτικό προϊόν που έχει φτάσει να αποφέρει στις ομάδες αστρονομικά ποσά, καθορίζοντας την ίδια τη φύση της λειτουργίας τους.

Όμως για να γίνει ελκυστικό και να «ανοίξει» προς τον κόσμο, ο οποίος είχε πρόσφατες τις μνήμες του ενοχικού παρελθόντος του χουλιγκανισμού και των τραγωδιών, έπαιξε ρόλο η αλλαγή στον κανονισμό της πάσας προς τον τερματοφύλακα το καλοκαίρι του 1992.

Ο αναλυτής Μάικλ Κοξ στο βιβλίο του «The Mixer», που αποτελεί ένα ταξίδι στις τακτικές της Premier League, αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στην συγκεκριμένη αλλαγή. Ο Πίτερ Σμάιχελ το χαρακτήρισε ως «την καλύτερη αλλαγή κανόνα που συνέβη ποτέ, άλλαξε το παιχνίδι».

Ο αντίκτυπος που είχε στο παιχνίδι ήταν πιθανότατα ο μεγαλύτερος μετά το 1925 και την εισαγωγή του οφσάιντ. Η αλλαγή ήταν απλή. Πλέον ο τερματοφύλακας δεν μπορούσε να πιάσει τη μπάλα όταν του γύριζε με τα πόδια παίκτης της ομάδας του.

Στις μέρες μας, μοιάζει αυτονόητο. Τότε όμως το να παίξουν οι τερματοφύλακες με τη μπάλα ήταν σχεδόν πρωτάκουστο. Η προπόνησή τους ήταν τελείως διαφορετική και η επαφή τους με τα πόδια ελάχιστη. Η σκοπιμότητα έκανε το βήμα αναγκαίο.

Η FIFA είχε την ιδέα με το Μουντιάλ του 1990, όπου η επιστροφή της μπάλας στους τερματοφύλακες για τις ομάδες που προηγούνταν, τόσο σε ματς εθνικών όσο και συλλόγων, έκανε το θέαμα αρκετές φορές βαρετό.

Αρκετοί προπονητές, μεταξύ των οποίων ο Τζορτζ Γκρέιαμ της Άρσεναλ και ο Χάουαρντ Γουίλκινσον της Λιντς βρήκαν την ιδέα πολύ κακή, θεωρώντας πως θα ευνοήσει το παιχνίδι με βαθιές μπαλιές. Ο Γουίλκινσον προέβλεψε πως οι ομάδες θα χρησιμοποιούν έναν σέντερ φορ ως «μπλοκέρ» στον τερματοφύλακα, προκειμένου να κλέψει πιθανά γυρίσματα των αμυντικών και θα βομβαρδίζουν με βαθιές μπαλιές τους χώρους ανάμεσά τους.

Τα πράγματα ωστόσο εξελίχθηκαν διαφορετικά, παρότι στα φιλικά του καλοκαιριού, αλλά και στα ματς της παρθενικής χρονιάς για τον κανονισμό, αρκετοί τερματοφύλακες και αμυντικοί βρέθηκαν εκτεθειμένοι.

Ήταν λογικό. Ο εγκέφαλος έδινε την εντολή για γύρισμα της μπάλας προς τα πίσω, ενώ την ίδια στιγμή εμφάνιζε την απαγόρευση στον τερματοφύλακα να την πιάσει με τα χέρια.

Αποτέλεσμα ήταν η αδράνεια, οι άτσαλες πάσες, οι κακές ή καθυστερημένες αντιδράσεις των κίπερ. Ο Άντι Ντίμπλ της Μάντσεστερ Σίτι έσπασε το πόδι του σε φιλικό με επίλεκτη ομάδα της Ιρλανδίας, σε προσπάθειά του να κάνει τάκλιν στον αντίπαλο επιθετικό που παρενέβη σε ένα γύρισμα του αμυντικού. «Δεν ήμουν σίγουρος αν έπρεπε να πιάσω τη μπάλα ή να την κλοτσήσω», έλεγε αργότερα και περιέγραφε τον εαυτό του ως το πρώτο θύμα του κανονισμού. «Ήταν πάντα στο μυαλό σου ως αμυντικός. Δεν μπορούσες να παίξεις προς τα πίσω. Πριν, η Λίβερπουλ μπορούσε απλά να σκοτώσει ένα παιχνίδι. Νικούσαμε 1-0 και γυρίζαμε τη μπάλα στον Γκρόμπελαρ. Εκείνος θα έσκαγε λίγο τη μπάλα, ο Φιλ Νιλ θα γύριζε και θα του την έδινε. Όλα αυτά σταμάτησαν».

Προπονητής στη Λίβερπουλ τότε ήταν ο Σούνες, ο οποίος ως παίκτης είχε στιγματιστεί από μια αντίστοιχη κίνηση. Η Ρέιντζερς νικούσε 2-1 και είχε την κατοχή, με τον Σούνες να βρίσκεται στο αντίπαλο μισό και ξαφνικά να γυρίζει και να επιστρέφει με 70άρα μπαλιά τη μπάλα στον τερματοφύλακά του για να κερδίσει χρόνο. Η τεράστια αλλαγή στη φύση του παιχνιδιού αντικατοπτρίζεται στην κίνησή του αυτή.

Τα βασικά αποτελέσματα ευνόησαν το ποδόσφαιρο που γνωρίσαμε στη συνέχεια. Το πρέσινγκ ψηλά, αφού οι ομάδες πλέον είχαν μεγαλύτερο κίνητρο και πιθανότητες να κλέψουν μπάλες. Το γήπεδο «άνοιξε» αφού οι προπονητές πλέον έπρεπε να χρησιμοποιούν διαφορετική τακτική στην άμυνά τους, οι κεντρικοί αμυντικοί και οι τερματοφύλακες έμαθαν να αποτελούν κομμάτι του build up.

Επίσης, το παιχνίδι έγινε πολύ πιο γρήγορο. Η δράση σταματούσε με την πρακτική της επιστροφής της μπάλας στον τερματοφύλακα κάθε φορά που κάποια ομάδα ήθελε να κερδίσει χρόνο, με προπονητές να χτίζουν ολόκληρες τακτικές πάνω σε αυτή την πρακτική. Ξαφνικά, έπαψε να υπάρχει.

Η δράση είχε σαφώς μεγαλύτερη συνέχεια. Ο μεγαλύτερος αντίκτυπος ήταν στην Ιταλία, όπου ο μέσος όρος τερμάτων ανά αγώνα αυξήθηκε από 2.27 σε 2.80. Η Premier κατέγραψε άνοδο 0.13%, όμως η επίδρασή στο παιχνίδι είχε μεγαλύτερο βάθος, επηρέασε πολύ ομάδες όπως η Λίβερπουλ, η Άρσεναλ και κυρίως η Λιντς, η οποία από πρωταθλήτρια βρέθηκε στην 17η θέση.

Στον κόσμο άρεσε το νέο ποδόσφαιρο, όπου πλέον ο τερματοφύλακας δεν μπορούσε να πιάσει τη μπάλα από επαφή συμπαίκτη του και το Sky βρήκε το περιεχόμενο που στη συνέχεια θα έντυνε με αψεγάδιαστο περιτύλιγμα και θα το εκτόξευε.

Ο νέος κανονισμός άλλαξε πολύ τη φύση των αμυντικών και των τερματοφυλάκων. Οι ομάδες άρχισαν να κοιτάζουν περισσότερο σε λύσεις από το εξωτερικό για το «νούμερο 1» τους, ενώ ήδη από την παρθενική σεζόν της Premier League από τους 11 ξένους παίκτες του πρωταθλήματος οι 4 ήταν τερματοφύλακες.

Πλέον άρχισαν να μην αρκούν τα αντανακλαστικά και η σωματοδομή. Δεν ήταν τυχαία η επιλογή του του Πολ ΜακΓκραθ ως παίκτη της χρονιάς από τους ίδιους τους ποδοσφαιριστές.

Ο σέντερ μπακ της Άστον Βίλα ήταν πολύ καλός με τη μπάλα και με τα δύο του πόδια και η ικανότητά του αυτή την βοήθησε να προσαρμοστεί καλύτερα από κάθε άλλο στον νέο κανονισμό, προϊδεάζοντας για τους αμυντικούς του μέλλοντος, όπου θα έπρεπε να κάνουν παιχνίδι, να κυκλοφορούν τη μπάλα και να εμπιστεύονται τις επαφές τους με αυτήν..

gazzetta.gr

ΚΟΙΝΟΠΟΗΣΗ: