Η φλογερή επαναστάτρια του εθνικού μας ξεσηκωμού Μαντώ Μαυρογένους – Η πανώρια και ηρωική πατριώτισσα που ξέχασαν να αναφέρουν οι έλληνες ιστορικοί!

Κοινοποίηση:
123 (749)

Μέσα στη φωτιά και το αίμα του ελληνικού εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα αναδύεται η δαφνοστεφανωμένη μορφή της ακατάβλητης γυναίκας μαχήτριας, αυτής που με τον ηρωισμό, την αυταπάρνηση, την ανιδιοτέλεια και την αγάπη για την πατρίδα ενέπνευσε ακόμα περισσότερο το έπος του 1821.
Ο λόγος φυσικά για τη Μαντώ Μαυρογένους, που έμελλε να μετατραπεί σε σύμβολο της εθνικής παλιγγενεσίας και η χάρη της να φτάσει μέχρι και τους φιλελληνικούς κύκλους της Ευρώπης, σφραγίζοντας την επανάσταση ως το γυναικείο πρόσωπο του αγώνα (από κοινού με την Μπουμπουλίνα βεβαίως).
Κόρη πλούσιου μεγαλέμπορου, δεν σκέφτηκε ούτε για μια στιγμή να κατασπαταλήσει την περιουσία της για τις ανάγκες του αγώνα, θυσιάζοντας και το τελευταίο της χρυσό νόμισμα για τον εξοπλισμό του στόλου αλλά και τη δημιουργία τμήματος πεζικού.
Το ίδιο έκανε και σε προσωπικό επίπεδο, παραδίδοντας τα νιάτα και το σφρίγος της αμαχητί στην Ελληνική Επανάσταση, αν και έμελλε να συναντήσει τις ίντριγκες του μικροπολιτικού κλίματος του καιρού: αποκλείστηκε από τη δημόσια ζωή του νεοσύστατου κράτους διωκόμενη από διάφορες ομάδες επιρροής, οι οποίες μέσα από την επαναστατική διαδικασία διεκδικούσαν την κατάληψη και την άσκηση της πολιτικής εξουσίας. Κι έτσι έφυγε από τον κόσμο, όχι μόνο πάμφτωχη αλλά και λησμονημένη, αυτή η μεγάλη Ελληνίδα, η λαμπρή αρχοντοπούλα που με την αυταπάρνησή της συγκλόνισε όλο τον γνωστό κόσμο της εποχής.
Η εξέχουσα μορφή της Επανάστασης του 1821 και μια από τις ελάχιστες γυναίκες που διακρίθηκαν στον Αγώνα σαγήνευσε με τη δυναμική προσωπικότητα και την απαράμιλλη ομορφιά της όλους, αν και θα ήταν οι ξένοι ιστορικοί που θα έμπαιναν στον κόπο να ασχοληθούν με τα χρονικά του βίου της, καθώς οι Έλληνες χρονικογράφοι αποσιώπησαν ή υποτίμησαν την προσφορά της στον εθνικό ξεσηκωμό!
Η μόρφωσή της, το εκρηκτικό της ταμπεραμέντο, το κάλλος και η άσβεστη φλόγα για την ελευθερία της Ελλάδας την ανέδειξαν σε ξεχωριστή μορφή του ελληνικού ζητήματος, την ίδια ώρα που με τις προσωπικές της επιλογές αμφισβήτησε έμπρακτα τη στερεοτυπική εικόνα της γυναίκας που διαμορφωνόταν κατά την ιδρυτική περίοδο του ελληνικού πολιτειακού σχηματισμού: όχι μόνο ανέπτυξε η ίδια επαναστατική δραστηριότητα, αλλά όντας ερωτική σύντροφος του Δημήτριου Υψηλάντη, διεκδίκησε η παρουσία της δίπλα του να έχει πολιτικό νόημα και δεν αρκέστηκε να συμπορευτεί με τον ηγέτη ως τρυφερή συμπαραστάτης!
Αν και το πλήρωσε για άλλη μια φορά, καθώς το παθιασμένο ειδύλλιο πέρασε από χίλια κύματα και είχε τελικά τραγική κατάληξη, όπως και η ίδια της η ζωή.
 
Πρώτα χρόνια 
Η Μαγδαληνή «Μαντώ» Μαυρογένους γεννιέται το 1796 (ή το 1797) στην Τεργέστη, όπου και είχε καταφύγει κρυφά η ελληνικής καταγωγής οικογένεια της Ρουμανίας: ο πατέρας της, Νικόλαος Μαυρογένης, ήταν γόνος ονομαστής φαναριώτικης οικογένειας που είχε πιάσει την καλή στις παραδουνάβιες ηγεμονίες ως μεγαλέμπορος.

Η Μαντώ μεγαλώνει μέσα στις ανέσεις ενός πλούσιου κα φιλελεύθερου πολιτικά και κοινωνικά περιβάλλοντος και λαμβάνει ανώτερη ιδιωτική μόρφωση, μαθαίνοντας γαλλικά και ιταλικά. Την ώρα που τα κορίτσια της Ελλάδας στενάζουν κάτω από τον οθωμανικό ζυγό, η Μαντώ εμποτίζεται με τα ιδεώδη του Διαφωτισμού και αποκτά όχι μόνο ευρωπαϊκό προσανατολισμό, αλλά και ηθικά εφόδια ασυνήθιστα για κορίτσι της εποχής.

Η γλυκύτατη και πανέμορφη κοπέλα κρατούσε όμως άσβεστο το πάθος στην καρδιά της για την ανεξαρτησία της Ελλάδας, κληρονομιά του πατέρα, ο οποίος χρηματοδοτούσε τις προσπάθειες των Φιλικών και την εθνεγερσία, που ήταν ακόμα στα σπάργανα (ενίσχυσε οικονομικά ακόμα και τον Λάμπρο Κατσώνη, όταν αυτός αναζητούσε πόρους για να ξεκινήσει τις ναυτικές του επιχειρήσεις εναντίον των Τούρκων).

Επόμενος σταθμός στη ζωή της, ο θάνατος του πατέρα το 1818, που αναγκάζει μητέρα και κόρη να μετακομίσουν στην Τήνο για να συναντήσουν την ευρύτερη οικογένεια της μητέρας.
Εκεί θα τη βρει το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης, η στιγμή που περίμενε σε όλη της τη ζωή!
Η Μαντώ επαναστάτρια και ηρωίδα
Μαθαίνοντας η Μαντώ τα νέα του εθνικού ξεσηκωμού, σπεύδει στη Μύκονο τον Δεκέμβριο του 1821, το νησί της μητέρας της, και πρωτοστατεί στην εξέγερση των νησιωτών. Την ίδια στιγμή, βγάζει από την τσέπη της τεράστια χρηματικά ποσά (πηγές κάνουν λόγο ακόμα και για 700.000 γρόσια, ποσό-«μαμούθ» για την εποχή) που κατευθύνονται στον εξοπλισμό και την επάνδρωση μυκονιάτικων πλοίων και πιάνει τα όπλα, παίρνοντας μέρος σε πολλές και πολυμέτωπες επιχειρήσεις κατά των Οθωμανών σε Κάρυστο, Λειβαδιά, Πήλιο και Φθιώτιδα (1823).
Αυτές οι πληροφορίες αναφέρονται από ευρωπαίους περιηγητές και φιλέλληνες, καθώς οι Έλληνες ιστορικοί απάλειψαν την προσωπική επαναστατική δράση της.
Από τις αρχές της Επανάστασης λοιπόν η Μαυρογένους κρατά τα σκήπτρα του αγώνα στη Μύκονο, συστήνοντας ένα σώμα 150 στρατιωτών, που εξοπλίστηκαν και μισθοδοτούνταν από αυτή, με προοπτική να περάσουν κάποια στιγμή στην Πελοπόννησο και να ενωθούν με τα εκεί επαναστατημένα στρατεύματα.
Η Μαντώ είχε ήδη ναυλώσει για τον σκοπό αυτό το «βριγάνδιον» του καπετάν Μάρκου Νιόρδου, ωστόσο ο κατάπλους του οθωμανικού στόλου στην Σάμο δημιούργησε μεγάλη αναταραχή και φόβο, ματαιώνοντας το σχέδιό της.
Τμήμα του σώματος που η Μαντώ συντηρούσε ενώθηκε με τις δυνάμεις που οι προύχοντες της Μυκόνου απέστειλαν στη Σάμο για να βοηθήσουν στην απόκρουση της επιδρομής.
Η ίδια η Μαντώ, απαντώντας στη μητέρα της που την καλούσε να περάσει στην Τήνο και να καταφύγουν στην Ευρώπη, δήλωσε ότι θα είναι η «υστερινή της πατρίδος μου ήτις αν το καλέσει η χρεία να μισεύσω, θέλω υπάγει μετά των στρατιωτών μου εις Πελοπόννησον»!
Τον Οκτώβριο του 1822, η Μαντώ ηγείται του αγώνα των Μυκονιατών κατά της απόβασης αλγερινών πειρατών στο νησί, άλλη μια πολεμική δράση που αποσιωπήθηκε βολικά από τους συγχρόνους της Έλληνες ιστορικούς και διασώθηκε χάρη σε Γάλλους φιλέλληνες που είχαν καταφτάσει στη Μύκονο.
Το 1823, το Βουλευτικό αναγνώρισε με απόφασή του τις ως τότε υπηρεσίες της και της απένειμε τον βαθμό του αντιστράτηγου.
Επόμενος σταθμός, ο Μάιος του 1825, όταν η Μαντώ προσφέρει στην επαναστατική κυβέρνηση ομολογίες 30.000 γροσιών για να της επιτραπεί να ενταχθούν οι δυνάμεις της στις επιχειρήσεις κατά των Τουρκοαιγυπτίων.
Ταυτοχρόνως, αποστέλλει εδώ και καιρό ανοιχτές πατριωτικές επιστολές στους φιλελληνικούς κύκλους της Ευρώπης, απευθυνόμενη κυρίως στις κυρίες της καλής γαλλικής και βρετανικής κοινωνίας και συμβάλλοντας καθοριστικά στην ανάπτυξη του ευρωπαϊκού φιλελληνισμού.
Παρά το γεγονός ότι είχε ανατραφεί μέσα στον πλούτο και τις ανέσεις και θα μπορούσε να λάμψει με την ομορφιά και το καλλιεργημένο πνεύμα της στα μεγάλα ευρωπαϊκά σαλόνια, η Μαντώ «λαχταρούσε», ό¬πως γράφει σε μια από τις περίφημες εκκλήσεις της προς τις Γαλλίδες, «μια ημέρα μάχης όπως αυτές ποθούν μια νύχτα χορού».
Και κάτι ακόμα: την ώρα που στην Ελλάδα οι ζοφερές περιπέτειες της ήταν έτοιμες να αρχίσουν, στην Ευρώπη το όνομά της ήταν πλέον θρυλικό, ως μια από τις πιο αναγνωρίσιμες μορφές του εθνικού μας αγώνα. Ενδεικτική της φήμης της ήταν η κυκλοφορία της προσωπογραφίας της στα πέρατα της Ευρώπης μέχρι το 1827.
Στους ευρωπαϊκούς κύκλους, η Μαντώ ήταν η νέα Ζαν ντ’ Αρκ! 
Το 1826 θα προβεί σε άλλο ένα μάθημα ηθικού μεγαλείου, εκποιώντας τα κοσμήματά της για την περίθαλψη 2.000 Μεσολογγιτών που σώθηκαν μετά την ηρωική τους έξοδο.
Πλέον το προσωπικό της ταμείο είναι σχεδόν αδειανό, αν και δεν λογαριάζει τα έξοδα για να συμβάλει στον αγώνα: εξοπλίζει καράβια με δικά της έξοδα για να απαλλάξει τις Κυκλάδες από τους πειρατές, συγκροτεί σώμα πεζικού για την υπεράσπιση της Μυκόνου, χρηματοδοτεί τον ναύαρχο Τομπάζη στις σπουδαίες ναυτικές του επιχειρήσεις και τόσα ακόμα…
 
Μαντώ και Υψηλάντης: ένας καταραμένος έρωτας
Η Μαντώ διαθέτει και το τελευταίο της γρόσι για την εθνική παλιγγενεσία και μένει κυριολεκτικά στην ψάθα.
Το 1825 θα τη βρει να διαμένει στο Ναύπλιο σε ένα μισοερειπωμένο σπίτι και πλέον εκποιεί και τα τελευταία ακίνητα της τεράστιας άλλοτε προσωπικής της περιουσίας στις Κυκλάδες για να συντηρηθεί.
Μέσα στις στάχτες και το αίμα της επανάστασης, η Μαντώ Μαυρογένους, παράλληλα με τη δράση της, έζησε και έναν ανεπανάληπτο έρωτα.
Με τον Δημήτριο Υψηλάντη φυσικά!
Όμορφη, λεπτοκαμωμένη, με καλούς τρόπους, ευρωπαϊκή μόρφωση και κουλτούρα, πώς ήταν δυνατόν να μην την ερωτευθεί ο Υψηλάντης; Οι δυο τους έγιναν ζευγάρι και σύντομα αρραβωνιάστηκαν, ενώ κάποια στιγμή συγκατοικούσαν κιόλας στο Ναύπλιο.
Ο στρατηγός Υψηλάντης είχε υποσχεθεί ότι θα παντρευόταν την αγαπημένη του μετά την απελευθέρωση της πατρίδας.
Η σχέση τους όμως προκάλεσε τα συντηρητικά ήθη της εποχής, αυτή αριστοκράτισσα καλλονή κι εκείνος πρίγκιπας αγωνιστής, σήκωσε θύελλα κουτσομπολίστικων αντιδράσεων στο Ναύπλιο και τρομοκράτησε τους πολιτικάντηδες του αγώνα, καθώς ένας γάμος θα σήμαινε την ένωση δύο μεγάλων οικογενειών με σαφή ρωσικό προσανατολισμό.
Εδώ μπαίνει λοιπόν ο Ιωάννης Κωλέττης, που την κατασυκοφαντεί και δίνει έτσι άδοξο τέλος στη θυελλώδη αυτή σχέση, κάτι που πίκρανε τραγικά τη Μαντώ.
Η λαϊκή κατακραυγή που προκαλούσε το γεγονός ότι οι δύο νέοι δεν είχαν επισημοποιήσει τη σχέση τους ήταν αυτό που εκμεταλλεύτηκε ο Κωλέττης για να σπείρει διχόνοια. Προσέγγισε έτσι τους πιστούς σωματοφύλακες του Υψηλάντη και με ψεύτικη λύπη τους ανέφερε ότι το όνομα του Υψηλάντη είχε εξευτελιστεί στον λαό του Ναυπλίου, ο οποίος τον έβλεπε να κυνηγά τη «φραγκοντυμένη Μυκονιάτισσα».
Ενορχηστρώνοντας μερικά ακόμα σκοτεινά πλάνα, ο Κωλέττης πέτυχε τον χωρισμό τους, αφού μέχρι και άλλον άντρα έβαλε εντός τους.
Παρατηρεί γι’ αυτό ο Μαυροκορδάτος:  
«[Ο Υψηλάντης] επικράθη πάρα πολύ και απεφάσισε να πάρη το λόγο του οπίσω, όπου είχε δώσει προς αυτήν πριν ανακαλύψει τας μετά του κυρίου Βλακέρου σχέσεις της».
Ο Βλακέρος, όπως τον αποκαλούσαν οι Έλληνες αγωνιστές, δεν ήταν άλλος από τον Άγγλο φιλέλληνα Έντουαρντ Μπλάκιερ, μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα που έπαιξε ενεργό ρόλο στη σύναψη των δανείων της ανεξαρτησίας.
Μετά τον χωρισμό, τα άλλοτε παθιασμένα ερωτικά συναισθήματα της Μαυρογένους μετατράπηκαν σε άσβεστο μίσος για τον Υψηλάντη.
Τον Μάιο του 1827, όταν συνεδρίαζε στην Τροιζήνα η πιο δραματική συνέλευση του αγώνα, η «Τρίτη Εθνική των Ελλήνων Συνέλευσις», και το προεδρείο βομβαρδιζόταν από αιτήματα επιτροπών που ζητούσαν εφόδια, οικονομική ενίσχυση, αποζημιώσεις κλπ., κάθε φορά που ολοκλήρωνε κάποιος την ανάγνωση μιας αναφοράς, μια νεαρή γυναίκα πεταγόταν όρθια και με έξαλλες χειρονομίες απαιτούσε από τον πρόεδρο να διαβαστεί η αναφορά της.
Η γυναίκα δεν ήταν άλλη από τη Μαντώ Μαυρογένους, η οποία ζητούσε από το προεδρείο της Εθνοσυνέλευσης να υποχρεώσει τον Δημήτριο Υψηλάντη να τη νυμφευτεί!
Αυτό ήταν το ουσιαστικό τέλος της πιο ωραίας ερωτικής ιστορίας των φλογισμένων χρόνων της Επανάστασης.
Ο πολιτικός και συγγραφέας Νικόλαος Δραγούμης περιγράφει το περιστατικό στις «Ιστορικές Αναμνήσεις του:  
«Και εκ των ακροατών μία μόνη γυνή, η αντιστράτηγος Μαντώ Μαυρογένους, ήτις πωλήσασα τα εν Μυκόνω υπάρχοντα αυτής ώρμησεν εις το πεδίον τού Αγώνος, φορούσα μέλαιναν εσθήτα χρυσοπάρυφον και πίλον ευρωπαϊκόν, ουχί βεβαίως του τελευταίου των Παρισίων συρμού, και διά νευμάτων αιτουμένη την ανάγνωσιν τής ουδέποτε αναγνωσθείσης κατά τού Υψηλάντου αναφοράς».
 
Τελευταία πικρά χρόνια
Η αθέτηση της υπόσχεσης του Υψηλάντη για γάμο, η ένδεια στην οποία είχε περιέλθει και η βίαιη απομάκρυνσή της από το Ναύπλιο το 1826 (με εντολή πάλι του Κωλέττη), υπήρξαν βαρύτατα πλήγματα για την εθνική μας ηρωίδα.
Όχι ότι ξέχασε βέβαια ποτέ τις γαμήλιες περιπέτειες με τον Υψηλάντη, κι έτσι όταν κατέφτασε στην Ελλάδα ο πρώτος κυβερνήτης του νεοσύστατου κράτους Ιωάννης Καποδίστριας, η Μαντώ ξαναχτύπησε με νέα αναφορά (1 Φεβρουαρίου 1828) ζητώντας την αποκατάσταση ή την αποζημίωσή της.
Ο Καποδίστριας δεν ήξερε τι να κάνει. 
Γι’ αυτό παρέδωσε το υπόμνημα στον υπουργό Δικαι¬οσύνης, Ιωάννη Γεννάτο, νομομαθή που είχε φέρει μαζί του ο κυβερνήτης για να δημιουργήσει την πρώτη στοιχειώδη Δικαστική Υπηρεσία στην απε¬λευθερωμένη Ελλάδα.
Τι περιείχε ακριβώς το υπόμνημα είναι άγνωστο, ο Γεννάτος απάντησε ωστόσο ως εξής:
«Εάν τω όντι έχει ομολογίαν ένεκα της οποίας ο κύριος Δ. Υψηλάντης δέχεται να πληρώσει όσα ζητήσει η κυρία Μαντώ, εάν μετά την αποκατάστασιν της Ελλάδος δεν τη νυμφευθεί, οποία δικαιώματα δύνανται εξ αυτής να πηγάσουν;
Να την νυμφευθεί;
Και η Εκκλησιαστική Αρχή δύναται να βιάσει γάμον;
Εάν δεν είναι απλή συμφωνία αλλά συνοδεύεται από την πράξιν της παρθενοφθορίας, ποίαν δύναμιν έχει η Εκκλησιαστική Αρχή;».
Στην ουσία, απορρίφθηκε το υπόμνημα της Μαυρογένους, καθώς μέσα στις συντηρητικές κοινωνικές συνθήκες δεν μπορούσε να αποκαλύψει την «παρθενοφθορία» της ώστε να αναγκάσει την Εκκλησία να τελέσει τον γάμο.
Ο Καποδίστριας αναγνώρισε ωστόσο τα ανδραγαθήματα και τις θυσίες της για το έθνος και της απένειμε μικρή τιμητική σύνταξη. Παράλληλα, της ανέθεσε την εποπτεία του Ορφανοτροφείου του Ναυπλίου.

Μετά τη δολοφονία όμως του κυβερνήτη το 1831, τα προβλήματα επιβίωσης της Μαυρογένους οξύνθηκαν, την ίδια ώρα που επιδεινώθηκαν κι άλλο οι σχέσεις της με την οικογένειά της, καθώς είχε κατασπαταλήσει την περιουσία της για τον αγώνα:
«Έχεις ξοδέψει», της είπε η μητέρα της, «ένα μιλλιούνι γρόσια … δεν έχουμε τίποτα πια.
Εσένα χρέωσα, το σεντούκι άδειασε».
Με νέα επιστολή, η Μαντώ απευθύνεται στον βασιλιά Όθωνα και του ξεδιπλώνει την τραγωδία της ζωής της, αν και δεν παίρνει ποτέ απάντηση.

Πάμφτωχη, ρακένδυτη και απαξιωμένη, τη διώχνουν από τα σπίτια που εγκαθίσταται γιατί δεν έχει ούτε το νοίκι να πληρώσει. Στο Ναύπλιο είναι πια σκιά του εαυτού της, αυτή η μεγάλη ηρωίδα του αγώνα! Τον Αύγουστο του 1832, πεθαίνει ο Υψηλάντης. Τις τελευταίες ημέρες της ζωής του η Μαντώ, παρά το γεγονός ότι είχε πληροφορηθεί τα άσχημα νέα για την κακή κατάσταση της υγείας του, δεν πέρασε το κατώφλι του σπιτιού του.

Όταν όμως πέθανε ο πρίγκιπας, η Μαντώ ξεκίνησε αποφασισμένη να τον νεκροστολίσει και να τον μοιρολογήσει χωρίς κανένας να τολμήσει να την εμποδίσει. Ακολούθησε μαυροφορεμένη την κηδεία του, μια τραγική ανύπαντρη χήρα. Αμέσως μετά έφυγε μια για πάντα από το Ναύπλιο και βρήκε τελικά καταφύγιο στην Πάρο, όπου επίσης ζούσαν συγγενείς της.

Χωρίς λεφτά και οικονομική ενίσχυση, από το 1832-1848 η ζωή της είναι σωστό μαρτύριο. Οι γείτονες της φέρνουν ένα πιάτο φαγητό και οι εγκυκλοπαίδειες θα γράψουν όταν θα φύγει από τον κόσμο: «απέθανεν εν εσχάτη πενία».

Στην Πάρο προσβάλλεται από τυφοειδή πυρετό, κάτι που προσυπογράφει τη θανατική της καταδίκη. Ένα πρωινό του Ιουλίου του 1840, η μεγάλη ηρωίδα μας φεύγει από τη ζωή σε ηλικία 44 ετών, λησμονημένη από όλους.

«Μάταια γύρεψαν έπειτα από λίγα χρόνια, μερικοί άνθρωποι που θυμόταν ακόμη τη Μαντώ, να βρουν τον τάφο της.
Ούτε ένας σταυρός με το όνομά της δεν είχε σωθεί εκεί που την έθαψαν. Οι σύγχρονοι μπορεί να ξεχνούν.
Μα οι μεγάλες ψυχές ποτέ δεν χάνονται. Τις παίρνει στα φτερά της η δόξα», παρατηρεί ο Μελάς στο σχετικό του έργο.

Είναι πραγματικά αδιανόητο πως την ίδια ακριβώς στιγμή που η Μαντώ γίνεται πρότυπο θυσίας και ηρωισμού σε ολάκερη την Ευρώπη, στο εσωτερικό της πατρίδας της η τεράστια πατριωτική συμβολή της περνά απαρατήρητη από τους ιστορικούς της εποχής, οι οποίοι συνήθιζαν εξάλλου να αποτυπώνουν τα ιστορικά γεγονότα με βάση τις οικονομικές ωφέλειες που είχαν από τους οπλαρχηγούς, ώστε να εξυπηρετήσουν τις πολιτικές τους σκοπιμότητες,

Για την εκκωφαντική αυτή «παράλειψη» αλλά και τη στρέβλωση της ιστορικής πραγματικότητας, ο Γάλλος φιλέλληνας Jules έγραψε το 1890: «Είναι απορίας άξιον πως τέτοια γυναίκα ελησμονήθη εντελώς από όλους τους Έλληνες ιστορικούς».

Και ήταν ακριβώς το γαλλικό σύγγραμμα του 1825 από τον φιλέλληνα Ginouvier, «Μαυρογένους, μια ηρωίδα της Ελλάδος», που θα έριχνε φως στον επαναστατικό βίο της πολεμίστριας. Εκεί ο γάλλος ιστορικός περιγράφει ακριβοδίκαια και με παραστατική ενάργεια τον πολύτροπο βίο της μεγάλης Ελληνίδας, καθιστώντας το όνομα της Μαυρογένους λαμπρό στα πέρατα της Ευρώπης.

Όσο για τους Έλληνες ιστορικούς και χρονογράφους, δεν αναφέρουν καμία συγκεκριμένη πολεμική δράση της Μαυρογένους. Πουθενά!  

Ακόμα και ο βαθμός του αντιστράτηγου με τον οποίο τιμήθηκε κατά τη διάρκεια της επανάστασης το 1823 της αποδόθηκε τιμητικά, επειδή διέθεσε απλώς τεράστια χρηματικά ποσά για την ενίσχυση των οπλαρχηγών.

Και είναι μόνο ο Νικόλαος Δραγούμης που αναφέρει στο έργο του «Ιστορικές Αναμνήσεις» πως «η αντιστράτηγος Μαντώ Μαυρογένους, ήτις πωλήσασα τα εν Μυκόνω υπάρχοντα αυτής ώρμησεν εις το πεδίον του αγώνος».

Κι όλα αυτά, για μια γυναίκα που θυσίασε για την πατρίδα, την οποία λάτρευε τελικά περισσότερο από το καθετί, την περιουσία, τα νιάτα, τον έρωτά της αλλά και την ίδια της τελικά τη ζωή!

ΚΟΙΝΟΠΟΗΣΗ: